Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017







Ιδιωτικές ιστορίες







Ένα από τα  στοιχεία που εκτιμώ πολύ στην γραφή του κολομβιανού Juan Gabriel Vásquez  είναι το σύγχρονο, "αντιδραστικό" ύφος του – δεν εμφανίζει ούτε στο ελάχιστο κάτι από τον παραδοσιακό μαγικό ρεαλισμό της Λατινικής Αμερικής. Φυσικό επακόλουθο εάν σκεφτεί κανείς τις λογοτεχνικές επιρροές του που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τους Β. Ουγκώ, Ε.Μ. Φόστερ, Τζόζεφ Κόνραντ, Φίλιπ Ροθ και Σωλ Μπέλοου. Το αποδεικνύει και το "Οι πληροφοριοδότες" (μτφρ. Αχιλλέα Κυριακίδη – Ίκαρος, 2015), το εντυπωσιακό πρώτο μυθιστόρημά του και το δεύτερο βιβλίο του που εκδίδεται στα ελληνικά. Και στα δύο, εκτός από την συνέπεια του ύφους, βασικός μοχλός της αφήγησης είναι το ταξίδι και η αναζήτηση της αλήθειας. Καμβάς εδώ, η ιδιωτική ζωή ενός έθνους, όπως ερμηνεύει ο Μπαλζάκ την Ιστορία.  

Ο Γκαμπριέλ Σαντόρο είναι ένας δημοσιογράφος που με το πρώτο του βιβλίο ασχολείται με μία από τις σκοτεινές περιόδους της κολομβιανής ιστορίας. Όταν τον Νοέμβριο 1943 η Κολομβία τάσσεται ανοιχτά υπέρ των συμμάχων οι ΗΠΑ, φοβούμενες μία πέμπτη φάλαγγα των Ναζί στην Λατινική Αμερική, της ζητούν να συντάξει μία λίστα με τους συμπαθούντες των Ναζί την οποία κατόπιν θα παραλάμβανε το FBI.  Η Κολομβία, υπό την απειλή της μη χρηματοδότησής της, συντάσσει μαύρες λίστες τις οποίες στην συνέχεια δημοσιοποιεί στις εφημερίδες της εποχής. Στις λίστες αυτές συμπεριελήφθησαν και γερμανοί μετανάστες –στην πραγματικότητα, όλοι οι μετανάστες που προέρχονταν από χώρες του Άξονα– ασχέτως των πεποιθήσεών τους καθώς θεωρήθηκαν συλλήβδην φιλοναζιστές με αποτέλεσμα πολλές επιχειρήσεις και περιουσίες να δημευτούν, υπολύψεις να σπιλωθούν και όλοι ανεξαιρέτως οι γερμανοί μετανάστες να βρεθούν κρατούμενοι σε ιδιότυπες φυλακές –απομονωμένα ξενοδοχεία που λειτούργησαν ως στρατόπεδα συγκέντρωσης– με την κατηγορία της (πιθανής) κατασκοπίας. 

Το  "Μια ζωή στην εξορία" βασίζεται στις διηγήσεις της Σάρας Γκούτερμαν, μίας Γερμανίδας εβραϊκής καταγωγής που είχε εγκατασταθεί στην χώρα λίγο πριν την έναρξη του ΠΠ2 και υπήρξε οικογενειακή φίλη του Γκαμπριέλ – ο εύπορος πατέρας της, Κόνραντ Ντερέσερ, είχε ανοίξει προπολεμικά το Nueva Europa, ένα πολυτελές ξενοδοχείο που προσέλκυε τους μεγαλοαστούς της Μπογκοτά. Εκεί πήγαινε ο πατέρας του Γκαμπριέλ, φοιτητής ακόμη της Νομικής, για να μάθει γερμανικά από τον πατέρα της Σάρας. Εκεί γνώρισε τον μετέπειτα κολλητό του – τον συνομήλικο Ενρίκε, γιο του Κόνραντ. 

Οι κριτικές για το πρώτο βιβλίο του Γκαμπριέλ είναι εγκωμιαστικές, εκτός από μία, ιδιαιτέρως δηκτική – του διακεκριμένου καθηγητή
Γκαμπριέλ Σαντόρο, του πατέρα του (πατέρας και γιός έχουν το ίδιο όνομα στο μυθιστόρημα του Βάσκες κι αυτό έχει τις δικές του συνδηλώσεις). Η σχέση πατέρα-γιου θα ψυχρανθεί και οι δυό τους θα διατηρήσουν μεγάλη απόσταση μεταξύ τους. Θα αναγκαστούν, ωστόσο, να επικοινωνήσουν ξανά όταν ο πατέρας Σαντόρο αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας και χρειάζεται την παρουσία του γιου του. Λίγους μήνες αργότερα, ο πατέρας Σαντόρο θα σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα έξω από το Μεντεγίν και ο Γκαμπριέλ θα θελήσει να ερευνήσει τις αιτίες του ατυχήματος και την αψυχολόγητη, κατ' αυτόν, συμπεριφορά του πατέρα του ο οποίος πριν καλά-καλά αναρρώσει κάνει ένα τόσο μακρινό ταξίδι. Εκτός από την ερωτική ζωή του κυρίου καθηγητή με την φυσιοθεραπεύτριά του, ο Γκαμπριέλ θα ανακαλύψει το ξεχασμένο παρελθόν του πατέρα του και τους πληροφοριοδότες – εκείνους που βοήθησαν στο να καταρτιστούν οι μαύρες λίστες. Εκτός από τα διεφθαρμένα κυβερνητικά στελέχη, ο καθένας είχε την εξουσία να καταδώσει όσους νόμιζε ότι ήταν συμπαθούντες του ναζιστικού καθεστώτος. Και το έκανε χωρίς ενδοιασμούς ή ιδιαίτερη διασταύρωση των στοιχείων του.


"Μία από τις πιο αυθεντικές νέες φωνές" σύμφωνα με τον Μάριο Βάργκας Γιόσα, ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες γράφει ένα περίτεχνο μυθιστόρημα που δεν του λείπουν, ωστόσο, οι ατέλειες – κάπου επαναλαμβάνεται, αλλού φλυαρεί, υπάρχει και μία κάμψη στον ρυθμό της αφήγησης. Αντισταθμίζονται όμως με τις έντονες διακυμάνσεις στην πλοκή – την σοκαριστική για τον Γκαμπριέλ ανακάλυψη πως ο πατέρας του ήταν ένας από τους πληροφοριοδότες· το γεγονός ότι οι πληροφορίες του ήταν εναντίον του αδελφικού του φίλου που, επιπροσθέτως, ήταν φανερά αντι-ναζιστής· την αποκαλυπτική συνέντευξη που έδωσε λίγες ώρες μετά το θάνατο του πατέρα του η Ανχελίνα, η ερωμένη του, σε μια μεσημεριανή εκπομπή όπου ανακοινώνει δημοσίως το προσωπικό μυστικό του γηραιού Σαντόρο· την απόφαση του Γκαμπριέλ να γράψει ένα δεύτερο βιβλίο, συνέχεια του πρώτου, που το ονομάζει "Οι πληροφοριοδότες" κι όπου συμπεριλαμβάνει και το γεγονός ότι ο Κόνραντ Ντερέσερ, μην μπορώντας να χειριστεί την επαγγελματική και οικογενειακή του καταστροφή, αυτοκτόνησε. Αυτό το δεύτερο βιβλίο θα διαβάσει ο Ενρίκε Ντερέσερ –ο αδερφός της Σάρας– ο οποίος θα αποκαλύψει στον Γκαμπριέλ τον λόγο που ο πατέρας του ταξίδεψε μέχρι το Μεντεγίν.

Πιο πυκνογραμμένο από το σπουδαίο "Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν", το πρωτόλειο του κολομβιανού συγγραφέα είναι μία θαυμάσια χαρτογράφηση των δύο εποχών που εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα – της περιόδου 1988-1990 και της δεκαετίας 1940. Πρωτίστως όμως "Οι Πληροφοριοδότες" είναι ένα διεισδυτικό ψυχογράφημα των πρωταγωνιστών του – ο Κάρλος Φουέντες θαύμαζε τον τρόπο που ο Βάσκες καταγράφει αυτήν "την γκρίζα περιοχή των ανθρώπινων πράξεων και της επίγνωσης  όπου η ικανότητά μας να κάνουμε λάθη, να προδίδουμε και να αποκρύπτουμε, δημιουργεί μία αλυσιδωτή αντίδραση που μας καταδικάζει να ζούμε σε έναν κόσμο δίχως ικανοποίηση".

Αυτός ο κόσμος  ανασυστήνεται στο μυθιστόρημα χάρη στον εντυπωσιακό έλεγχο της γλώσσας και της τεχνικής της αφήγησης που κατέχει ο Βάσκες – το δεύτερο στοιχείο που εκτιμώ στην γραφή του. Προς στιγμήν, μου έφερε στο νου το σφυχτoδεμένο στυλ του Νόρμαν Μάνεα. Το συγγραφικό ύφος του Κολομβιανού, όμως, είναι δυναμικό και σαφές. Η γραφή του πλούσια λεξιλογικά κι επιμέρους ποιητική, με δραματικές έως τραγικές αποχρώσεις· με κομψό χιούμορ, μια ευδιάκριτη αλλά διακριτική αίσθηση μοναχικότητας και –ακόμη ένα στοιχείο που εκτιμώ– οξυδερκείς παρατηρήσεις που σε κάνουν να προβληματίζεσαι για τον ανθρώπινο ψυχισμό, την κειμενική πραγματικότητα, την ιδιωτική λήθη και την συλλογική μνήμη· την εξουσία, την προδοσία και την σιωπή.


Είναι, εν τέλει, ένα σημαντικό βιβλίο για εκείνους που γράφουν την ιστορία κι αυτούς που την ζουν. 









Σημείωση: Το εικαστικό έχει τίτλο "Νεκρή Φύση στη Σιωπή" (1942) και προκάλεσε σάλο στα καλλιτεχνικά δρώμενα της εποχής καθώς ο κολομβιανός Carlos Correa δεν περιορίστηκε στις παραδοσιακές νεκρές φύσεις με τους θρησκευτικούς συμβολισμούς που συνηθίζονταν τότε αλλά, με τούτο τον συνδυασμό γεωμετρικής αφαίρεσης και κυβισμού, δήλωνε την ανάγκη για μία τέχνη ανοιχτή στην πραγματική ζωή.

Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017








Γυαλί και Ζωή





Στο νησί Μουράνο, που φημίζεται για τα θαυμάσια κρύσταλλά του, ένα παιδί ονειρεύεται να αποκτήσει το δικό του εργαστήριο και να γίνει μεγάλος τεχνίτης γυαλιού. Ο Ζορζί Μπαλαρί είναι από πολύ μικρός μαθητευόμενος του πιο επιτυχημένου και ισχυρού μάστορα, του Πιέτρο Σπαλάτο, και δουλεύει σκληρά γι' αυτό κάθε μέρα – αυτός ανάβει τους φούρνους το χάραμα κι αυτός τους περιμένει να κρυώσουν πριν κοιμηθεί αργά τη νύχτα. Ένα ατύχημα θα του στερήσει κάθε δυνατότητα να πραγματοποιήσει το όνειρό του. Ο Ζορζί τότε, που είναι ήδη δεκαπέντε χρονών, θα απομακρυνθεί απογοητευμένος από τους ανθρώπους, θα απομονωθεί εντελώς. Όλοι νομίζουν ότι εξαφανίστηκε.

Δεν είχε όμως εξαφανιστεί. Και δεν είχε ξεχάσει το όνειρό του – δούλευε μυστικά, με πολύ επιμονη, και είχε καταφέρει να τελειοποιήσει την τεχνική του. Μία νύχτα, ο Ζορζί θα συναντήσει ένα μικρό ορφανό αγόρι, τον Τζάκομο. Θα τον πάρει μαζί του και λίγο πριν κοιμηθεί, του χαρίζει μία μπλε γυάλινη μπάλα που φτιάχνει με το φυσοκάλαμό του. Όταν η μπάλα αυτή σπάει, σκορπά μία ιριδίζουσα σκόνη που κάνει τον μικρό Τζάκομο να νιώθει σαν σε όνειρο. Κάπως έτσι ο Ζορζί Μπαλαρί, από απλός φυσητής γυαλιού γίνεται φυσητής γυάλινων ονείρων. Και κάθε βράδυ, μαζί με τον Τζάκομο, φυσά πολλές γυάλινες μπάλες σε όλα τα παιδιά του νησιού. 


Η πρώτη ανάγνωση του "Ο Φυσητής των Ονείρων" (Λιβάνης, 2017) ήταν μισή – το διάβασα αργά το βράδυ και η άσπρη γραμματοσειρά  στο αχνοπράσινο φόντο με δυσκόλεψε. Η δεύτερη και η τρίτη μού επιβεβαίωσαν την εντύπωση ότι "Ο φυσητής..." είναι ένα ιδιαίτερα όμορφο, ίσως μελαγχολικό, παραμύθι που εστιάζει στο πάθος των ονείρων και την επιμονή σ' αυτά παρά τις δυσκολίες που ανακύπτουν στην πορεία της πραγματοποίησής τους. Ο Bernard Villiot, που είναι επίσης σκηνοθέτης και σεναριογράφος, περιγράφει με αρκετά συνοπτικό κι ευχάριστο τρόπο αυτή την πορεία του Ζoρζί - από τότε που ήταν ένας μαθητευόμενος μέχρι το τέλος της ζωής του, ενώ είχε ήδη μεταδώσει την τέχνη και τις γνώσεις του στον φίλο του Τζάκομο. Ωστόσο, υπάρχουν αρκετές αποχρώσεις στις συμπεριφορές των κατοίκων του νησιού που εισάγουν τους μικρούς αναγνώστες στο ρεαλιστικό περιβάλλον μιας κλειστής κοινωνίας όπως αυτής ενός νησιού – από τη μια, οι κάτοικοι του νησιού μεγαλοποιούν το ατύχημα του Ζορζί που δεν έχει καμμία σχέση με την τεχνική του φυσήματος του γυαλιού και την ικανότητά του να δουλεύει· μετά, οι ίντριγκες των άλλων τεχνιτών εναντίον του· και τελικά, μεγάλοι και μικροί τον αποδέχονται ως τον πιο επιδέξιο τεχνίτη του νησιού και κάνουν τα πανέμορφα γυάλινα όνειρά του ξακουστά.


Ειδικές αποχρώσεις έχει και η εικονογράφηση του Thibault Prugne η οποία λειτουργεί ως ξεναγός στα τοπία της Βενετίας, του Μουράνου και των εργαστηρίων γυαλιού. Χωρίς να εμβαθαίνoυν το κείμενο, οι ρομαντικές εικόνες του Prugne με τις πολλές διαβαθμίσεις του γαλαζοπράσινου και της τερρακότας μεταδίδουν την αίσθηση της δροσιάς και της ευθραυστότητας – όπως ακριβώς είναι, ή όπως θα έπρεπε να είναι, στην πραγματικότητα τα όνειρα και οι επιθυμίες του κάθε παιδιού.








Σημειώσεις:  Η πρώτη φωτογραφία είναι από εγκατάσταση με μπάλες φυσητού γυαλιού του αμερικανού εικαστικού Dale Chihuly και η δεύτερη εικόνα από την εικονογράφηση του βιβλίου. // Φυλλομέτρησα το βιβλίο αρκετές φορές, δεν μπόρεσα όμως να εντοπίσω το όνομα του μεταφραστή/της μεταφράστριας.

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017












Έργο και Ημέρες




Οι ημέρες των διακοπών σού δίνουν την άνεση για αναγνώσεις μακράς διαρκείας. Ή, αναγνώσεις της δεύτερης φοράς όπως μου συνέβη το Πάσχα με το "Πάρτι και Αερομαχίες" (μτφρ. Αλεξάνδρας Παύλου – Καστανιώτης, 2007). Την πρώτη φορά που έπιασα να το διαβάσω δεν μου κέντρισε το ενδιαφέρον να προχωρήσω πέρα από τις πρώτες τριάντα σελίδες. Ίσως λόγω του έντονα ευθέως και οξυδερκούς ύφους του νομπελίστα Elias Kanetti. Ίσως  πάλι να οφείλετο, στις προσδοκίες μου που διαψεύσθηκαν – για κάποιον επιπόλαιο λόγο  που δεν θυμάμαι τώρα, περίμενα διηγήματα με τυπικά χαρακτηριστικά του είδους και βρέθηκα να διαβάζω αποκαλυπτικές αφηγήσεις για την κοινωνική ζωή του εμπόλεμου Λονδίνου η οποία, όσο ενδιαφέρουσα κι αν ήταν –και ήταν πολύ–, οι αφηγήσεις της δεν διαθέτουν ίχνος μυθοπλασίας.

Το χρονικό διάστημα που καλύπτουν οι αφηγήσεις του Κανέτι ξεκινά από την περίοδο του ΠΠ2, ιδίως τις ημέρες των βομβαρδισμών του Λονδίνου, και φτάνει μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Όπως αναφέρεται στο επεξηγηματικό σημείωμα της έκδοσης, τα τριάντα έξι μικρά κεφάλαια του βιβλίου βασίζονται στα στενογραφημένα χειρόγραφα (ημερολογιακές καταχωρήσεις και σημειώσεις) που βρέθηκαν στην κληρονομιά του συγγραφέα το 1994 και τα οποία ο Κανέτι προόριζε για ένα βιβλίο που θα έγραφε σχετικό με την Αγγλία, μέρος όπου είχε καταφύγει ήδη από το 1938 ως αντίδραση στην προσάρτηση της Αυστρίας στο Γ' Ράιχ. Στα χρόνια που ο συγγραφέας έμεινε εκεί, κινούνταν τόσο στον χώρο της αριστοκρατίας όσο και στην αγγλική επαρχία και κατέγραφε προσωπικές σκέψεις και παρατηρήσεις για το κάθε τι: εκτός από τις αναφορές στην πολιτική της Μάργκαρετ Θάτσερ (ναι, της γνωστής) ο Κανέτι σχολιάζει το θάρρος εν καιρώ πολέμου των Άγγλων, τους κώδικες που έχουν στις κοινωνικές συναναστροφές τους αλλά και την έλλειψη  εσωτερικού κόσμου και την ψυχρή υπεροψία τους· τον μεγάλο θαυμασμό του για την αγγλική λογοτεχνία αλλά και τις εξωσυζυγικές σχέσεις του – μία από αυτές ήταν με την Iris Murdoch· την διαφορετικότητα και την απόλυτη αποδοχή της στα πάρτυ των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών σαλονιών της εποχής όπου δεν λείπουν και τα αντισημιτικά σχόλια σε βάρος του – και μόνο το γεγονός ότι την δεδομένη εμπόλεμη χρονική στιγμή, ο βουλγαρικής καταγωγής Κανέτι συνέχιζε να γράφει στα γερμανικά παρά την εβραϊκότητά του, θα επέσυρε φαντάζομαι ιδιαιτέρως φλεγματικές ρήσεις.

Με αυτόν τον έντονα προσωπικό,
ευθύβολο, λόγο το "Πάρτι και αερομαχίες", που εκδόθηκε μετά θάνατον, μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ο τελευταίος, πρόσθετος, τόμος στην τρίτομη αυτοβιογραφία του Κανέτι. Η έκδοση περιέχει ένθετες ασπρόμαυρες φωτογραφίες, έναν εκτενή επίλογο από τον Τζέρεμυ Άντλερ, καθώς και σημειώσεις στις τελευταίες σελίδες που βοηθούν κατά πολύ στην κατανόηση του πλήθους προσώπων και καταστάσεων που αφηγείται ο Κανέτι έτσι ώστε τούτο το βιβλίο, που πιάνει τον σφυγμό και την  δραματική ένταση της εποχής με ασυνήθιστη ειλικρίνεια,  να διαβάζεται ευχάριστα.






Σημείωση: Στην φωτογραφία, που
αντλήθηκε από τον Guardian, νεαρές εργαζόμενες πηγαίνουν στην εργασία τους στο Σίτυ του Λονδίνου τον Μάιο 1941, περίοδο που έγιναν οι πιο σφοδροί βομβαρδισμοί της πόλης.

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017












He responded...








to the picture’s need

As a parent to a child’s cry

Or a bird in the air

To a worm or a fly.








A poem by Colm Tóibín on

Joan Miró i Ferrà 











  
                                   

Σημείωση: Το ποίημα του Κολμ Τόιμπιν αντλήθηκε από το TLS. Η φωτογραφία του Mark Shaw απεικονίζει τον καταλανό καλλιτέχνη  στο εργαστήριό του το 1955. 

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017








 
Ευχές


για






Happy Passover! 


Happy Easter!


Joyeuses Pâques!



Buona Pasqua! Feliz Pascua!



Frohe Ostern!







 
Καλό Πάσχα!













Σημείωση: Η ζωγραφιά είναι αντλημένη τυχαία από το διαδίκτυο.

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017










Τα ρήματα της

παιδικής ηλικίας


                                                                


Κρατώ: ρήμα πολύ σημαντικό για τον αφηγητή της μικρής νουβέλας "Τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια" (μτφρ. Άννα Παπασταύρου – Κέλευθος, 2016). Στα δέκα του χρόνια το θεωρούσε το πιο αγαπημένο του γιατί ήταν σαν να του έδινε την υπόσχεση ότι κάποιος θα τον άγγιζε, θα τον κρατούσε από το χέρι, κι αυτό ήταν ζωτικής σημασίας για αυτόν καθώς ο πατέρας του ήταν απών για μία μεγάλη χρονική περίοδο. 

Αγαπώ: η χρήση αυτού του ρήματος τον τσάτιζε διότι αφενός στο Γυμνάσιο ήταν υποχρεωμένος να το χρησιμοποιεί σε όλες τους χρόνους και τις εγκλίσεις του ως υπόδειγμα για τα ρήματα της πρώτης συζυγίας (στα ιταλικά). Κι αφετέρου, είχε παρατηρήσει
ότι το ρήμα αυτό προκαλεί μεγάλες καταστροφές στις ζωές των ενηλίκων.

Διαβάζω: το ρήμα που διαφοροποιούσε τον αφηγητή από τους συνομιλίκους του κι αυτό γίνεται ιδιαίτερα φανερό το καλοκαίρι που εκτυλίσσεται η νουβέλα – στο νησί όπου περνά τις διακοπές με την μητέρα του κάθε χρόνο, ο δεκάχρονος αφηγητής είναι ο μόνος που δεν συμμετέχει στα ομαδικά παιχνίδια στην θάλασσα. Προτιμά να λύνει σταυρόλεξα και να πηγαίνει για ψάρεμα με τον φίλο του, έναν ηλικιωμένο ψαρά. Το αγαπημένα βιβλία του είναι τα αστυνομικά και τα βιβλία του πατέρα του τα οποία τον κάνουν να κατανοεί τα νεύρα και τις σκέψεις που κρύβονταν πίσω από τις κινήσεις του. Έτσι μαθαίνει και τον ενήλικο κόσμο. 

Παρατηρώ: ο μικρός αφηγητής, που παραμένει ανώνυμος σε όλη την νουβέλα, όταν δεν διαβάζει και δεν λύνει σταυρόλεξα, παρατηρεί τον κόσμο γύρω του και  επαληθεύει τις σκέψεις του για τις συνήθειες, τις συμπεριφορές και τις αντιδράσεις των μεγάλων. Ακόμη πιο παρατηρητική και οξύνους είναι η, επίσης ανώνυμη, φίλη του – δεινή αναγνώστρια βιβλίων με ιστορίες για ζώα, βρίσκει εύκολα παραλληλισμούς μεταξύ ανθρώπων και ζώων για να εξηγήσει στον νεαρό αφηγητή τον κόσμο γύρω τους. Ενίοτε και τις απορίες της. Εξού και ο τίτλος της νουβέλας – είναι τα λόγια που του απευθύνει  όταν τον φιλά.  



O ιταλός Erri De Luca είναι ένας πολύπλευρος συγγραφέας: ποιητής, αυτοδίδακτος γνώστης δύσκολων γλωσσών (αρχαία εβραϊκά, σουαχίλι, ρωσσικά και γίντις) και μεταφραστής τους, δημοσιογράφος, σεναριογράφος, ηθοποιός, ακτιβιστής, αλπινιστής. Έχει, επίσης, δουλέψει ως εργάτης σε εργοστάσιο, οδηγός φορτηγού και κτίστης σε διάφορα εργοτάξια στην Ιταλία, στην Γαλλία και στην Αφρική. Η λογοτεχνία του, συνεπώς, αντανακλά τις εμπειρίες ενός ανθρώπου με ισχυρό και πολυεπίπεδο βίωμα. Ασυναίσθητα, λοιπόν, καθώς διάβαζα τα στοιχεία της πραγματικής ζωής του συγγραφέα,  μου ήρθε στο νου η περιπετειώδης ζωή του Αντώνη Σουρούνη. Το λιτό και ποιητικού ύφους κείμενο του ιταλού συγγραφέα, ωστόσο, είναι δομημένο με τέτοιο τρόπο ώστε να καταλήγει σε μία μικρής έκτασης και πιο σφιχτά αρμολογημένη αφήγηση. Κι επιπλέον, ο ιταλός συγραφέας επικεντρώνεται στον σκεπτικισμό του νεαρού κι αποδίδει εύγλωττα την σοβαρότητα που χαρακτηρίζει τον πρωταγωνιστή του. 

"Τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια" πρωτοεκδόθηκε το 2011 και είναι η πέμπτη νουβέλα του Ντε Λούκα που εκδίδεται στα ελληνικά. Το θέμα της, όπως και σε όλο το μέχρι στιγμής έργο του, βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα κι εμπειρίες του συγγραφέα. Εδώ, ο αφηγητής, που είναι γύρω στα πενήντα, ανακαλεί την δύσκολη περίοδο της ενηλικίωσης του – στα δέκα του χρόνια αντιστέκεται ήδη στους κανόνες της αγέλης των ομηλίκων του, προκαλεί τα όρια του σώματός του, κερδίζει τον σεβασμό των ενηλίκων. Τραβά, επίσης, την προσοχή της μόνης κοπέλας της παρέας η οποία θα τον υπερασπιστεί και θα του μάθει την πρώτη αγάπη. 


Εκτός από το καλοκαιρινό, μεσογειακό τοπίο και τις αναμνήσεις του Ντε Λούκα από την παιδική του ηλικία, η νουβέλα αποτυπώνει σημαντικές στιγμές της ιστορίας της Ιταλίας με τον τρόπο που συνήθως τη βιώνουν οι άνθρωποι – ο Μεσοπόλεμος με την αισιοδοξία του μέλλοντος, η αντίσταση στο φασιστικό καθεστώς με τον αφηγητή να βγαίνει στο βουνό, η κοινωνική διαστρωμάτωση όπως εκδηλώνεται στην μεταπολεμική περίοδο, και οι διαπροσωπικές σχέσεις με ματαιώσεις ονείρων και λάθη. Το θέμα της μετανάστευσης είναι πάντα παρόν  καθώς ο πατέρας του νεαρού αφηγητή βρίσκεται για μεγάλο χρονικό διάστημα στις ΗΠΑ επιδιώκοντας την εκπλήρωση ενός ονείρου και καλύτερες συνθήκες ζωής για αυτόν και την οικογένειά του. 

Όσο κι αν στα παιδιά ο χρόνος φαίνεται ατελείωτος, η παιδική ηλικία είναι μία σύντομη εποχή. Έτσι μετά από δύο καλοκαίρια και 161 σελίδες μικρoύ μεγέθους, ο συγγραφέας βάζει τη λέξη τέλος έχοντας περιδιαβεί την ζωή του –με σύντομα φλασμπακ– μέχρι το σχετικά πρόσφατο παρελθόν: στον πόλεμο στην Βοσνία και "...Ιταλικές βόμβες πάνω απ’ το Βελιγράδι, την τελευταία χρονιά του εικοστού αιώνα, που έμελλε να την υποδεχτώ κολλημένος στο παράθυρο ενός ξενοδοχείου με θέα τον Δούναβη και τον Σάββα".  

Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου ο Έρρι Ντε Λούκα επιστρέφει στον εντεκάχρονο πλέον εαυτό του για να αποχαιρετήσει τη νεαρή φίλη του έχοντας επίγνωση του έρωτα και του μέλλοντος όπου θα γνωρίσει λύπη, αποχωρισμούς, περιπλάνηση. Μια ζωή δραστήρια, μια λογοτεχνία με ουσιαστικά.







Σημειώσεις: Ο Έρρι Ντε Λούκα έχει αποσπάσει, μεταξύ άλλων βραβείων, το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας δύο φορές – το 2013 και το 2016. / Το εικαστικό ανήκει στον ισπανό Carlos Martín κι έχει τίτλο "Alone in the Brightness".

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017









Δεμένο το θες

 ή λυμένο;




Μία από τις ιστορίες που μου έλεγε ο πατέρας μου όταν ήμουν μικρή ήταν κι ετούτη: Κάποια στιγμή, ένας ταβερνιάρης (ή καφετζής, δεν θυμάμαι αυτό το σημείο καλά. Χάριν ευκολίας, θα χρησιμοποιήσω την πρώτη εκδοχή) ζήτησε από τον λαϊκό ζωγράφο Θεόφιλο να του ζωγραφίσει στον τοίχο  της ταβέρνας του, έξω στην αυλή, ένα λιοντάρι. Ο Θεόφιλος, τότε, τον ρώτησε: "Δεμένο το θες ή λυμένο;" Ο ταβερνιάρης που, όπως πολλοί, θεωρούσε τον ιδιόρρυθμο καλλιτέχνη αλαφρωΐσκιωτο, του έδωσε το ελεύθερο ο μάστορας βάζει τα υλικά, ο μάστορας αποφασίζει. Ο Θεόφιλος στρώθηκε στην δουλειά και όταν τελείωσε, ο ταβερνιάρης έμεινε ευχαριστημένος – το λιοντάρι του έδειχνε μεγάλο, αγέρωχο και δυνατό· όπως πρέπει να είναι ο βασιλιάς των ζώων. 

Με τις πρώτες γνώσεις περί ζωγραφικής από τον αγιογράφο παππού του, ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, ή Θεόφιλος Κεφαλάς, ήταν ουσιαστικά αυτοδίδακτος.  Εγκαταστάθηκε στον Βόλο περίπου το 1897 και πρέπει να είχε ήδη υιοθετήσει την φουστανέλα στο καθημερινό του ντύσιμο – είτε για να μοιάζει με τους ήρωες που απεικόνιζε στα έργα του είτε γιατί δεν μπορούσε να ακολουθήσει το ρεύμα της χώρας που απαλλασσόταν εκείνη την εποχή με ταχείς ρυθμούς από τον οθωμανικό χαρακτήρα της και εξευρωπαϊζόταν, δεν έχει σημασία. Αυτό, ωστόσο, ήταν  η βασική αιτία για να υποστεί συνεχή πειράγματα, προσβλητικά σχόλια κι εμπαιγμό, εκτός από εκμετάλλευση – χωρίς την βασική εκπαίδευση του σχολείου και απόλυτα φτωχός, ο Θεόφιλος εισέπραττε για ώρες εργασίας ελάχιστες πενταροδεκάρες ή μόνο ένα πιάτο φαγητό. Έζησε για περίπου 30 χρόνια στην Μαγνησία  κι ετούτη θεωρείται η πρώτη μεγάλη περίοδος της ζωγραφικής του την οποία  χαρακτηρίζει το επιμελημένο και σφιχτό σχέδιο. Τα έργα του, σύμφωνα με τον Γιάννη Τσαρούχη, στο χρώμα έχουν μια περιορισμένη κλίμακα και, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις, ένα είδος δισταγμού μαζί κι επιμέλειας. "...έχουν κάτι το σχεδιαστικό και συγχρόνως το σκληρό". Αυτό όμως βέβαια ήταν αδύνατον να το γνώριζε και να το εκτιμούσε ο απλός ταβερνιάρης. Αυτό που εκτιμούσε ήταν αυτό που έβλεπε – μια επιβλητική ζωγραφιά που καταλάβαινε. Έδωσε, λοιπόν, στον μάστορα τις δεκάρες του κι εκείνος έφυγε για να κερδίσει το φαγητό της επόμενης μέρας  



Το 1927 ο ζωγράφος επέστρεψε στην Λέσβο, τόπο καταγωγής του, και συνέχισε να ζωγραφίζει κάτω από τις ίδιες, πολύ δύσκολες συνθήκες. Εκεί θα γνωρίσει τον γνωστό τεχνοκριτικό, εκδότη και συλλέκτη έργων τέχνης Στρατή Ελευθεριάδη – Tériade ο οποίος εκτιμά το χάρισμα του καλλιτέχνη και το ιδιότυπο, ναΐφ, ιδίωμά του. Ο Tériade θα βοηθήσει οικονομικά τον Θεόφιλο εξασφαλίζοντας έτσι την επιβίωσή του ενώ παράλληλα προωθεί το έργο του το οποίο θα αρχίσει να γίνεται γνωστό κι εκτός συνόρων. Ο ίδιος ο Θεόφιλος θα αναγνωριστεί, ένα χρόνο μετά τον θάνατό του –πιθανόν σαν σήμερα το 1934, ως ο σπουδαιότερος λαϊκός καλλιτέχνης της Ελλάδας.

Τα έργα του Θεόφιλου στην Μαγνησία ήταν πολλά, και διάσπαρτα σε ποικίλους χώρους στο Βόλο και στο Πήλιο – σε καφενεία, ταβέρνες, χάνια, φούρνους, ελαιοτριβεία, μύλους, αρχοντικά, απλές κατοικίες αλλά και εκκλησίες.  Πολλά από αυτά, όμως, καταστράφηκαν από διάφορες αιτίες: σεισμούς, πυρκαγιές, κατεδαφίσεις, αμέλεια. 


Και το λιοντάρι;

Το λιοντάρι της πιο πάνω ιστορίας, σύμφωνα με τον αφηγητή, δραπέτευσε λίγο καιρό αργότερα – με τις πρώτες βροχές του φθινοπώρου ο τοίχος ξέβαψε διότι με όσα θα τον πλήρωνε ο ταβερνιάρης, ο Θεόφιλος δεν μπορούσε να αγοράσει καλά υλικά. ΄Ετσι, είχε ζωγραφίσει το λιοντάρι λυμένο.

Μου άρεσε να ακούω αυτήν την ιστορία για πολλούς λόγους. Κυρίως όμως γιατί τελείωνε μ' αυτό που είχε πει ο Ελύτης όταν αντίκρισε σε μια βιτρίνα βιβλιοπωλείου στο Παρίσι, τον Ιούνιο του 1961, την μεγάλη αφίσα της Έκθεσης του Θεόφιλου που είχε ανοίξει εκείνη την εβδομάδα στις αίθουσες του Λούβρου: "Ε, λοιπόν, ναι. Υπήρχε δικαιοσύνη σ' αυτόν τον κόσμο".











Σημείωση: Το εικαστικό της ανάρτησης είναι «Το κυνήγι του λιονταριού» του Θεόφιλου. Το 2014 ο συγκεκριμένος πίνακας βρέθηκε σε δημοπρασία του Οίκου Bonhams μεταξύ των  έργων των Κωνσταντίνου Παρθένη, Γιάννη Τσαρούχη, Χρύσας και Γιάννη Μόραλη, και κατακυρώθηκε έναντι 100.263 ευρώ. / Μπορείτε να δείτε εδώ την ταινία που σκηνοθέτησε ο Λάκης Παπαστάθης  με θέμα την ζωή του ζωγράφου.