Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018









About a toy






“A kite is a victim you are sure of.
You love it because it pulls
gentle enough to call you master,
strong enough to call you fool;
because it lives
like a desperate trained falcon
in the high sweet air,
and you can always haul it down
to tame it in your drawer.

A kite is a fish you have already caught
in a pool where no fish come,
so you play him carefully and long,
and hope he won't give up,
or the wind die down.

A kite is the last poem you've written
so you give it to the wind,
but you don't let it go
until someone finds you
something else to do.” 

 










Σημείωση: Το ποίημα είναι από την δεύτερη ποιητική συλλογή του καναδού ποιητή και τροβαδούρου, το "The Spice-Box of Earth". To εικαστικό της ανάρτησης είναι ένας χαρταετός της  Όπυ Ζούνη.

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018










On the Road





"Η αίσθηση πως είχα περπατήσει χίλια διακόσια μίλια από το Ρότερνταμ με γέμιζε με το εύλογο συναίσθημα ενός κατορθώματος. Αλλά γιατί πρέπει η σκέψη ότι κανείς δεν ξέρει που βρισκόμουν, σαν να προσπαθούσα να ξεφύγω από κυνηγόσκυλα ή από εκστασιασμένους αρχαίους ιερείς που επιβλέπουν διαμελισμό, να δημιουργεί ένα τέτοιο συναίσθημα  θριάμβου; Πάντα έτσι συνέβαινε."

Γράφει ο Patrick Michael Leigh Fermor για την πηγή της ενεργητικότητάς του η οποία, υποθέτω, ήταν εκείνη που τον οδήγησε, σε ηλικία 18 ετών, να φύγει από την Αγγλία για να διασχίσει  την Ευρώπη με τα πόδια – από το λιμάνι του Ρότερναμ έως την Κωνσταντινούπολη, σε 380 ημέρες.  Ο Λη Φέρμορ  θεωρείται ο μεγαλύτερος σύγχρονος ταξιδιωτικός συγγραφέας της Βρετανίας και τα βιβλία του έχουν αποσπάσει θερμές κριτικές για τον λυρισμό, το λεξιλόγιο και τον ευφυή τρόπο που εικονοποιεί  τις σκέψεις του.  Ο γραπτός λόγος του Λη Φέρμορ έχει την ίδια πλουραλιστική δυναμικότητα που είχε και ο ίδιος ο συγγραφέας ως χαρακτήρας – όταν το 1966 ανέλαβε την υποχρέωση να γράψει ένα μικρό άρθρο για την περίφημη απαγωγή του στρατηγού Κράιπε,  στην οποία πρωταγωνίστησε στην κατεχόμενη Κρήτη το 1944, ο Φέρμορ παρέδωσε ένα κείμενο 36.000 λέξεων προξενώντας απελπισία στον επιμελητή του. Δεν ξέρω αν δημοσιεύτηκε τότε κάποια ultra-συντομευμένη εκδοχή του, το πλήρες κείμενο της αφήγησης του, ωστόσο, έγινε βιβλίο που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 2014, τρία χρόνια μετά τον θάνατο του.

Στο "Η απαγωγή του Στρατηγού Κράιπε" (μτφρ. Μυρσίνη Γκανά – Μεταίχμιο, 2014) η ζωντάνια και η ευελιξία της γραφής του, ο αυθορμητισμός και  η διαυγής, εσώτερη αντίληψη της –τότε– κατάστασης δημιουργούν ένα σύγχρονο, απολαυστικό κείμενο.  Διαβάζοντάς το, για μια στιγμή ξέχασα την ζοφερή πραγματικότητα της Κατοχής και ήταν σαν να μεταφέρθηκα σε μια ταινία περιπέτειας – ρυθμός σταθερός που εναλλάσσει τις σκηνές και τις καταστάσεις, προωθεί την πλοκή ακάθεκτα· ο λυρισμός περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατό από την δράση που απαιτεί μία αντιστασιακή επιχείρηση. Καθόλου παράξενο, αν σκεφτείτε ότι ο Πάτρικ Λη Φέρμορ έχει γράψει το σενάριο για μία ταινία του είδους που σκηνοθέτησε ο σπουδαίος Τζον Χιούστον ενώ το πρώτο οδοιπορικό για την Ελλάδα που έγραψε (το "A Time to Keep Silence") εκδόθηκε από τον μικρό εκδοτικό οίκο του Ian Fleming (ναι, του γνωστού "πατέρα" του Τζέιμς Μποντ).
 

Το δεύτερο οδοιπορικό του για την Ελλάδα είναι το "Μάνη" (μτφρ. Τζαννή Τζανετάκη – Κέδρος, 1978) που διάβασα το καλοκαίρι. ΄Οπως και τα υπόλοιπα βιβλία του,  δεν πρόκειται για έναν συνήθη ταξιδιωτικό οδηγό. Ο Πάντυ, όπως τον αποκαλούν οι Άγγλοι,  δεν περιορίζεται στην τυπική καταγραφή ενός τόπου αλλά  αναμειγνύει με πνεύμα και ιδιαίτερη συνδυαστική ικανότητα  τις εντυπώσεις του ως περιηγητή με θραύσματα της Ιστορίας, στιγμιότυπα της μυθολογίας και  ιστορίες των απλών ανθρώπων του κάθε τόπου που διαβαίνει κι αυτό δημιουργεί μια αυτόματη, σχεδόν, αίσθηση οικειότητας με τον χώρο στον αναγνώστη. Πρέπει να είναι το ίδιο συναίσθημα με εκείνο των ανθρώπων που τον γνώρισαν προσωπικά -- για τους Κρητικούς, είχε γίνει Μιχάλης ή Φιλεντέμ ενώ οι Μανιάτες τον αποκαλούσαν κυρ-Πάντυ, από το Παντελής (> Πάτρικ Λη).

Ο Λη Φέρμορ έχει γράψει, επίσης, ένα μυθιστόρημα – το "Τα βιολιά του Σαιν Ζακ" (μτφρ. Μαίρη Βοσταντζή – Εστία, 1995) είναι το δεύτερο βιβλίο του και ο έντονος λυρισμός του και το περίτεχνο λεξιλόγιο μού έκαναν μεγάλη εντύπωση. 

Λυρική,  περιπετειώδης η οδοιπορική, η γραφή του Πάτρικ Λη Φέρμορ είναι πραγματικά ξεχωριστή. Το "Η απαγωγή του Στρατηγού Κράιπε", όπως άλλωστε και όλο το έργο του, είναι μια θαυμάσια αναγνωστική εμπειρία.






Σημείωση: Στην φωτογραφία ο συγγραφέας, μεταμφιεσμένος σε βοσκό, στα Λευκά Όρη της Κρήτης, τον Ιανουάριο 1943.

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018











Assemblea





"Ο Αντριά ξύπνησε και γύρισε έκπληκτος. Το φως το δωματίου ήταν αδύναμο και οι γαρδένιες του Μινιόν έλαμπαν με μαγική διαύγεια. Και η Σάρα κοιμόταν, κοιμόταν, κοιμόταν. Η Ντόρα και μια άγνωστη τον πέταξαν έξω από το νοσοκομείο. Και η Ντόρα του έχωσε στο χέρι ένα χαπάκι που θα τον βοηθούσε να κοιμηθεί. Βγήκε στον δρόμο μηχανικά, και πήρε το μετρό από τον σταθμό Κλίνικ, ενώ ο καθηγητής Αλεσάντρε Ροτς, στον σταθμό Βερδαγκέ, συναντούσε μια κοπέλα που θα μπορούσε να 'ναι και κόρη του, προφανώς φοιτήτρια. Ο κορυφαίος ντετέκτιβ Ελμ Γκονζάγα, τον οποίο είχαν προσλάβει οι τρεις θαραλλέες γυναίκες, τους ακολουθούσε διακριτικά, αφού είχε τραβήξει το φιλί με μια μηχανή σαν της Λάουρας, ψηφιακή, ή όπως κι αν λέγεται. Και περίμεναν κι οι τρεις στην αποβάθρα μέχρι να έρθει το τρένο, και το ευτυχισμένο ζευγάρι, με τον ντετέκτιβ από πίσω του, μπήκε στο βαγόνι. Στην Σαγράδα Φαμίλια ανέβηκαν ο αδελφός Νικολάου Έιμερικ κι ο Άριμπερτ Βόικτ, συζητώντας παθιασμένα για τις σπουδαίες ιδέες που είχαν στο μυαλό τους. Καθισμένος σε μια γωνιά, ο δόκτωρ Μυς ή Μπούτεν διάβαζε Θωμά εκ Κέμπης και κοίταζε το σκοτάδι του τούνελ από το παράθυρο· και στην άλλη πλευρά του βαγονιού, ντυμένος με τα ράσα του Αγίου Βενεδίκτου, ο αδερφός Ζουλιά του Αγίου Πέτρου του Μπουργάλ κουνούσε το κεφάλι. Όρθιος δίπλα του, ο Ζακιάμ Μουρέντα από το Παρντάτς παρατηρούσε με γουρλωμένα μάτια τον καινούργιο κόσμο που απλωνόταν μπροστά του, και σίγουρα σκεφτόταν όλους τους Μουρέντα και την καημένη την Μπετίνα, την τυφλή μικρούλα του. Κοντά του, ο ανήσυχος Λορέντζο Στοριόνι, που δεν καταλάβαινε τι του συνέβαινε, κρατούσε σφιχτά τον στύλο στο κέντρο του βαγονιού.  Και το τρένο σταμάτησε στον σταθμό Οσπιτάλ ντε Σαν Πάου, όπου βγήκαν μερικοί επιβάτες και ανέβηκε ο Γκιγιώμ-Φρανσουά Βιάλ, φορώντας τη σαρακοφαγωμένη του περούκα και συνομιλώντας με τον Ντράγκο Γκράντνικ, ο οποίος ήταν πολύ πιο εύσωμος απ' όσο φανταζόμουν και αναγκάστηκε να σκύψει για να μπει στο βαγόνι, έχοντας ένα χαμόγελο που θύμιζε τη σοβαρή έκφραση του θείου Χαΐμ, παρότι δεν χαμογελούσε στο πορτρέτο που του είχε φτιάξει η Σάρα. Και το τρένο ξεκίνησε πάλι. Τότε συνειδητοποίησα ότι ο Ματίας, η Μπέρτα η δυνατή, η Τρούου με τα καστανά, σαν τα ξύλα του δάσους, μαλλιά, η Αμελίτιε, με τα μαλλιά σαν έβενο, η Ζουλιέτ, η μικρή ξανθιά σαν τον ήλιο, και η θαραλλέα Νέτιε ντε Μπεκ, η κρυωμένη πεθερά, μιλούσαν με τον Μπερνάτ, στο βάθος του βαγονιού. Με τον Μπερνάτ; Ναι, και με μένα, διότι ήμουν κι εγώ στο βαγόνι. Μας αφηγούνταν το τελευταίο ταξίδι με τρένο που είχαν κάνει μαζί, σε ένα σφραγισμένο βαγόνι, και η Αμελίτιε έδειχνε τον σβέρκο της που είχε τραυματιστεί απ' το κοντάκι του όπλου, βλέπεις, βλέπεις; στον Ρούντολφ Ες, που καθόταν μόνος, στραμμένος προς την αποβάθρα, και δεν είχε καμία όρεξη να δει το εξόγκωμα στον σβέρκο του κοριτσιού. Τα χείλη της μικρής είχαν το σκούρο χρώμα του θανάτου, αλλά οι γονείς της δεν ανησυχούσαν. Όλοι ήταν νέοι και δροσεροί, εκτός από τον Ματίας, ο οποίος ήταν γέρος, με δακρυσμένα μάτια και αργός στις αντιδράσεις του. Είχα την εντύπωση ότι τον κοίταζαν καχύποπτα, λες και δυσκολευόταν να αποδεχτούν ή να συγχωρήσουν τα γηρατειά του πατέρα τους. Κυρίως τα βλέμματα της Μπέρτα της δυνατής, που μερικές φορές θύμιζε το βλέμμα της Ζερντρούντ, αλλά όχι, ήταν κάπως διαφορετικό. Και φτάσαμε στο Καμπ ντε λ' Άρπα, όπου μπήκαν ο Φέλιξ Μορλάν και ο πατέρας, συζητώντας ζωηρά: είχα τόσον καιρό να δω τον πατέρα που σχεδόν δεν ξεχώριζα το πρόσωπό του, ξέρω όμως πως ήταν αυτός. Πίσω του, ο σερίφης Κάρσον παρέα με τον πιστό του φίλο Μαύρο Αετό, πολύ σιωπηλοί και οι δύο, προσπαθώντας να μη συναντήσουν το βλέμμα μου. Είδα ότι ο Κάρσον ετοιμαζόταν να φτύσει στο πάτωμα του βαγονιού, αλλά ο θαρραλέος Μαύρος Αετός τον απέτρεψε με μια κοφτή κίνηση. Το τρένο είχε σταματήσει, δεν ξέρω για ποιόν λόγο, και οι πόρτες όλων των βαγονιών ήταν ανοιχτές. Όσο χρειαζόταν για να προλάβουν να ανεβούν με την ησυχία τους ο κύριος Μπερενγκέ και ο Τίτο, πιασμένοι αγκαζέ, όπως μου φάνηκε, και ο Λόταρ Γκρύμπε, ο οποίος δίσταζε να ανεβεί στο βαγόνι. Και η μητέρα με τη Λόλα Σίκα, που έρχονταν από πίσω, τον βοήθησαν να το αποφασίσει. Μόλις οι πόρτες άρχισαν να κλείνουν, γλίστρησε μέσα ο Αλί Μπαχρ, σπρώχνοντας λίγο, μόνος του, δίχως την άτιμη Αμάνι. Οι πόρτες έκλεισαν τελείως, το τρένο ξεκίνησε και, τριάντα δευτερόλεπτα αφότου μπήκαμε στο τούνελ με κατεύθυνση τη Σαγρέρα, ο Αλί Μπαχρ στάθηκε στη μέση του βαγονιού και ούρλιαξε σαν δαιμονισμένος Φιλεύσπλαχνε Κύριε, πάρε όλα αυτά τα αποβράσματα! Άνοιξε την κελεμπία του, φώναξε Αλλάχ Ακμπάρ! και τράβηξε το κορδόνι που έβγαινε από τα ρούχα του και τα πάντα λούστηκαν με λευκό φως και κανείς μας δεν μπόρεσε να δει την τεράστια μπάλα από... "














Σημειώσεις: Το πιο πάνω απόσπασμα θα μπορούσε να είναι μία ευσύνοπτη παρουσίαση των κύριων πρωταγωνιστών του Confiteor (σε εξαιρετική μετάφραση από τα καταλανικά Ευρυβιάδη Σοφού – Πόλις, 2016), το μυθιστόρημα του Jaume Cabré που αποτέλεσε εκδοτική και αναγνωστική επιτυχία της χρονιάς που πέρασε. //  Η σύνθεση είναι λεπτομέρεια του "Partes de" (2005 - 2009), ένα φωτογραφικό πολύπτυχο του καταλανού Pep Agut. / Ο τίτλος της ανάρτησης σημαίνει συναρμολόγηση, στα καταλανικά.

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018









Ανάμεσα

στις τόσες λέξεις




...και λίγοι αριθμοί, οι οποίοι όταν δεν χρειάζονται ιδιαίτερη μεταχείρηση (οτιδήποτε πέρα από την βασική αριθμητική) με διασκεδάζουν. Έτσι, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του blogger τις περισσότερες επισκέψεις στο ιστολόγιο έλαβαν οι: 



Στις πιο δημοφιλείς, βρίσκεται και μία ευχετήρια ανάρτηση (560). Υπάρχουν όμως και αρκετές που ακολουθούν σε απόσταση αναπνοής – θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι στις πρώτες θέσεις καθώς η λίστα συνεχώς μεταβάλλεται κι αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Στην λίστα, ωστόσο, δεν συμπεριλαμβάνονται και πολλές αναρτήσεις βιβλίων που μου άρεσαν ιδιαίτερα και αγάπησα –  αυτό είναι το αρνητικό των απόλυτων αριθμών. Για μένα, το κάθε βιβλίο που διαβάζω (με όσες ενστάσεις κι έχω γι'αυτό) όπως και η κάθε ανάρτηση που γράφω (μικρής ή μεγάλης έκτασης) είναι σημαντικά – είναι πηγή γνώσης, δουλειάς, ευχαρίστησης και διασκέδασης, και  ο σημαντικότερος λόγος που ξεκίνησα τούτο εδώ το ιστολόγιο, εκτός βεβαίως από την περιέργεια. Το οποίο ιστολόγιο έχει ήδη δεχθεί κατά μέσο όρο μέχρι σήμερα 169.055 επισκέψεις για τις 460 αναρτήσεις του στα 9 χρόνια που βρίσκεται στο σύννεφο. Πολλά έχουν αλλάξει από τότε κι ελάχιστοι από τους συνμπλόγκερς εκείνης της περιόδου που ξεκινούσα εξακολουθούν να γράφουν σήμερα. Με κάποιους βρισκόμαστε σε πιο casual διαδικτυακούς χώρους (>fb), αρκετοί άλλοι όμως έχουν σιωπήσει οριστικά από καιρό. Το μόνο που παραμένει σχεδόν αναλλοίωτο  –σχεδόν, διότι υπήρξαν σοβαρές διακυμάνσεις– είναι η διάθεση  μου να διαβάζω, να γράφω και να μοιράζομαι μαζί σας τις σκέψεις μου. Όπως, για παράδειγμα, αυτή την στιγμή που δεν σκέφτομαι παρά μόνο ένα πράγμα:



Thank you!




Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018









An Italian in Berlin





"Μα τα ρολόγια του Βερολίνου τι ώρα δείχνουν; Σκοντάφτεις συνεχώς σε αναθηματικές πλάκες και πινακίδες, τα φαντάσματα κάνουν αισθητή την παρουσία τους ακόμα και στις πιάτσες των ταξί, τρέχεις κάτω από την βροχή και μέσα σε δύο χιλιόμετρα διανύεις με τα πόδια τουλάχιστον τριάντα χρόνια. Υπάρχει μια παράξενη σιωπή στη Ρόζεντάλερ Στράσε, η Άννα Φρανκ συνεχίζει να χαμογελά από μια μεγάλη φωτογραφία, το ασπρόμαυρο δεν κρατά κακία στα έντονα χρώματα των γύρω αφισών και γκραφίτι. Στον κινηματογράφο Λίχτμπικ, με την μικρή πόρτα από παλιό ξύλο, προβάλλουν ταινίες του Αντονιόνι ως αργά τη νύχτα. Ποιητές και σχεδιαστές δεν γερνάνε ποτέ, έχουν σγουρά μαλλιά και δεν σταματάνε να κουβεντιάζουν στις παμπ, ενώ η μπίρα λάμπει στην αντανάκλαση των κεριών."


Η ατμοσφαιρική ετούτη περιγραφή του Βερολίνου, γεμάτη κίνηση, βρίσκεται στις σελίδες του μυθιστορήματος του  ιταλού Πάολο ντι Πάολο και περιγράφει ένα απόγευμα από το ταξίδι του πρωταγωνιστή στην γερμανική πόλη με σκοπό να βρει την Σιρόκο, μία παλιά συμμαθήτριά του. Το "Πού ήσασταν όλοι" (μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης - Ίκαρος, 2013) όμως δεν είναι η αναζήτηση ενός παιδικού έρωτα. Το μεγαλύτερο μέρος της πλοκής εκτυλίσσεται στην Ιταλία και πρόκειται, ουσιαστικά, για μία συγκεντρωτική καταγραφή της δεκαετίας του 1980 μέσα από τον οπτική του Ίταλο, ενός όχι και τόσο στοχοπροσηλωμένου τελειόφοιτου της Ιστορίας. Ο Ίταλο καταγράφει την πορεία της οικογένειάς του, ένα μικροαστικό κύτταρο στην Ιταλία επί κυβερνήσεων Μπερλουσκόνι και το πώς μεταλλάσσονται οι συνήθειες και οι νοοτροπίες του καθενός με την πάροδο του χρόνου - ο πατέρας του Ίταλο, λίγο πριν την συνταξιοδότηση εμπλέκεται σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα με πρώην μαθητή του κι αυτό θα είναι η αφορμή να αναμετρηθεί με το παρελθόν του· η μητέρα του θυμώνει με το πειθήνιο, οικιακό παρελθόν της και διεκδικεί το παρόν με ένα ταξίδι στο Βερολίνο, και η αδελφή του μοιάζει να ενηλικιώνεται αργά και μακριά από όλα αυτά, στον κόσμο της.


Γράφτηκε πριν από επτά χρόνια αλλά παραμένει επίκαιρο ως προς την αποτύπωση της σύγχυσης του μοντέρνου κόσμου και του άγχους της νέας γενιάς –της γενιάς του ντι Πάολο εδώ, που δεν διαφέρει, ωστόσο, από την κάθε νέα γενιά– για την αναζήτηση ενός δικού τους δρόμου στη ζωή. Δεν είναι αριστούργημα όπως το περίμενα ωστόσο, η γραφή του ντι Πάολο διαθέτει φρεσκάδα, ευελιξία, πλούσιο λεξιλόγιο, καίριες επισημάνσεις για την κενότητα της εποχής, συνοχή στην αφήγηση και μια ιδιότυπη δυναμική προς βάθος σκέψης που δεν σε αφήνει αδιάφορο. Είναι αυτό που ο Αντόνιο Ταμπούκι –συστήνοντάς μας τον νεαρό συγγραφέα– χαρακτήρισε ως "ταλέντο αφηγητή ράτσας". Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω.







Σημείωση: Το ζωγραφικό κολάζ είναι του Πέτρου Μπουλούμπαση.

Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018










Μικροί + Μεγάλοι






Η πρώτη ανάρτηση του καινούργιου χρόνου είναι για ένα παιδικό βιβλίο που ξεχώρισα όχι μόνον για τους προφανείς συμβολισμούς του -- αν και δεν έχει χριστουγεννιάτικο θέμα, το συναίσθημα και η καλή διάθεση που δημιουργεί η ανάγνωσή του όπως και η υπενθύμιση της παιδικότητας ταίριαξαν με την γιορτινή ατμόσφαιρα των περασμένων ημερών. Εκείνο που μου έκανε εντύπωση είναι η καίρια, διττή ιστορία του η οποία, στην αρχή, με δυσκόλεψε – δεν μπορούσα να εντοπίσω τον λόγο που ετούτο το βιβλίο έχει ενταχθεί στην κατηγορία των παιδικών ενώ η Ιωάννα Μπαμπέτα απευθύνεται τόσο στους μικρούς αναγνώστες όσο και, άθελά της υποθέτω, στους μεγάλους.

To "Είμαι σκέτο παιδί!" (Πατάκης, 2017) παρουσιάζει μερικά στιγμιότυπα από την ζωή του μικρού Νικόλα -- όταν πέφτει από το ποδήλατό του και χτυπά, όταν μένει σπίτι και βαριέται, όταν θέλει να πάει στο πάρκο για να παίξει, όταν επισκέπτεται τις γιαγιάδες του, όταν πηγαίνει στην παραλία για μπάνιο.  Όλες αυτές οι καταστάσεις συνοδεύονται με μία νουθεσία  – το "Είσαι μεγάλος για να..." που αλλάζει κατά περίσταση σε "είσαι μικρός για να..." . Οι συμβουλές αυτές των μεγάλων οδηγούν τον Νικόλα σε μερικές αστείες καταστάσεις. Καθώς όμως τα μηνύματά τους είναι φανερά αντικρουόμενα οδηγούν επίσης, στην συνέχεια, σε άγχος (που δεν μπορεί να ικανοποιήσει την θέληση των γονιών του) σε απογοήτευση (δεν καταλαβαίνω τίποτα) και απαισιοδοξία
(δεν είμαι ποτέ καλός) -- καταστάσεις που εκτός σελίδων μπορεί να έχουν οδυνηρές, μη φανερές και μακροχρόνιες επιπτώσεις στην ψυχική υγεία και την συνολική υπόσταση ενός παιδιού.

Στις σελίδες του μικρόσχημου ετούτου βιβλίου ο Νικόλας ζει όλες αυτές τις καταστάσεις με στωική παρατηρητικότητα -- εκείνο το λαμπερό βλέμμα που ενέχει και την απορία. Κάποια στιγμή σκέφτεται με αποφασιστικότητα ότι γνωρίζει αρκετά και συγκεκριμένα πράγματα κι έτσι μπορεί να συνοδεύσει τους υπόλοιπους χαρακτήρες της ιστορίας που είναι ζωηροί, δουλεύουν, διασκεδάζουν, γελούν. Ιδίως με τις φωτογραφίες που του δείχνουν οι γιαγιάδες του όπου οι γονείς του Νικόλα είναι και οι ίδιοι παιδιά -- εύστοχη υπενθύμιση στους αναγνώστες-γονείς ότι κι εκείνοι υπήρξαν παιδιά και δεν θα πρέπει να το ξεχνούν. Η εικονογράφηση της Λίλας Καλογερή αποδίδει εύγλωττα την συναισθηματική περιπέτεια του Νικόλα και ιδιαίτερα το... πτυσσόμενο στοιχείο της επισημαίνοντας με σαφήνεια την έλλειψη λογικής συνέπειας λόγου-πράξης των γονιών προς τα παιδιά. 

Έγραφα παλιότερα ότι τα παιδικά βιβλία χρησιμεύουν (και) στο να κοιμίζουν τα παιδιά αλλά και να ξυπνούν τους μεγάλους. Και τούτο το βιβλίο κάνει ακριβώς αυτό -- αφυπνίζει, σχεδόν απροκάλυπτα, τους γονείς για τις λογικές συνέπειες των λόγων τους ενώ (το εντόπισα, εντέλει) δίνει στα παιδιά το επιχείρημα για να υπερασπιστούν την παιδικότητά τους με θάρρος.

Φανταστείτε το για μια στιγμή στην πραγματικότητα -- οι γονείς λιγότερο αντιφατικοί και τα παιδιά να μεγαλώνουν με υγιή αυτοπεποίθηση.

Ιδανικό.





Σημείωση: Λόγω τεχνικού προβλήματος, δεν μπόρεσα να σκανάρω και να ανεβάσω λεπτομέρειες της εικονογράφησης του βιβλίου. / Το εικαστικό είναι ένα Άτιτλο (μεικτή τεχνική, 2015) της σύγχρονης αμερικανίδας ζωγράφου Laura Owens.

Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2018








 Ευχές 

για



υγεία, ευημερία και φιλοδοξίες, 
καλή τύχη, επιμονή και περιέργεια, 
πραγματικό ενδιαφέρον για ανθρώπους, πράγματα, διαβάσματα.




Καλή Χρονιά!









Σημείωση: Το εικαστικό είναι του Ilya Gefter, από την ενότητα Space & Figures.