Κυριακή, 28 Ιουνίου 2009




Αν υπακούς σε όλους τους κανόνες,
χάνεις όλη την ομορφιά.
Katharine Hepburn


Ο Κωνσταντίνος Τζούμας δεν είναι καθόλου ο άνθρωπος των τύπων και των κανόνων. Ωστόσο, υπάρχει ένας κανόνας που τηρεί με αξιοθαύμαστη συνέπεια, ένας εσωτερικός νόμος, που, υποθέτω, προέκυψε από τον τρόπο ζωής του και τον εκφράζει απόλυτα. Στο Complete Unknown (Καστανιώτης, 2009), το δεύτερο μέρος της αυτοβιογραφικής τριλογίας του, αναφέρει ότι "πρέπει να ζούμε έντονα το κάθε λεπτό, την κάθε στιγμή, αλλά με μια αισθητική που εντέλει είναι η ηθική μας, πρέπει να ρουφάμε το ποτήρι της ζωής μέχρι τον πάτο".

Ακολουθώντας το "πιστεύω" του αυτό, ο Κωνσταντίνος Τζούμας βρίσκεται στις αρχές της δεκαετίας του '70 στον "ομφαλό" της Αμερικής, τη Νέα Υόρκη. Η περιοδεία με το σχήμα μοντέρνου χορού της Ζουζούς Νικολούδη έχει φτάσει στο τέλος της κι ενώ οι υπόλοιποι συνεχίζουν το δρόμο της επιστροφής, ο Κων/νος Τζούμας αποφασίζει να μείνει.

"Το πούλμαν σταμάτησε. Σηκώθηκα και για να αποφύγω τους υγρούς αποχαιρετισμούς, φώναξα ένα γεια και κατέβηκα κρατώντας τη βαλίτσα μου σαν να μην έτρεχε τίποτα. Παρ' όλα αυτά τα αυτιά μου έπιασαν κάτι φορτισμένα "Καλή τύχη", "Καλή επιτυχία", το στομάχι μου σφίχτηκε και καθώς αποχαιρετούσα το πούλμαν της Ζουζούς, νετάρισα το θολό βλέμμα μου απέναντι, πάνω στη γέφυρα που ξανοιγόταν μπροστά μου ατέλειωτη, με τις αντανακλάσεις της τσουχτερής λιακάδας και το Μανχάταν να διαγράφεται γυαλιστερό και ατσάλινο μέσα από υπόλευκη αχλύ, όπως στις ταινίες, και ίσως γι' αυτό οικείο".


A Greekman in New York, λοιπόν! Για τρία χρόνια ('71 - '73) ο νεαρός καλλιτέχνης γεύεται στην κυριολεξία όλες τις εντάσεις των γεύσεων της ζωής ως κανονικός "παίκτης" - συλλέκτης εμπειριών αυτοπροσδιορίζεται. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων, a complete unknown, ο Κων/νος Τζούμας αφομοιώνεται άνετα από το περιβάλλον, γνωρίζει την "καλογυαλισμένη" ζωή στην Αμερική, ελίσσεται ανάμεσα στις πολλές όψεις της και παραμένει στον αφρό των ημερών με απαράμιλλο στυλ και μ' αυτό το μπλαζέ ύφος που τον διακρίνει - ύφος που στην κυριολεξία τον σώζει από παράδοξες κι επικίνδυνες καταστάσεις μερικές φορές, αλλά και που πληγώνει επίσης κάποιες σημαντικές άλλες.

Sex, rock and let it roll! θα μπορούσε να είναι με τρεις λέξεις η σύνοψη του βιβλίου γιατί αυτό συμβαίνει στην Νέα Υόρκη το '70: μια παρέλαση της τόσο κραυγαλέας ματαιοδοξίας των πλούσιων αμερικανών, ένα ατελείωτο vanity fair, ένας παρεξηγημένος κοσμοπολιτισμός που "... ίσως έχει να κάνει, μεταξύ άλλων, και με το σνομπάρισμα των αισθημάτων...". Αυτή η έλλειψη κάποιου νοήματος ή, κυρίως, σκοπού, η επανάληψη μιας διαρκούς ευδαιμονίας που περιορίζεται σε υλικά αγαθά και απολαύσεις είναι κάτι που με κούρασε στην ανάγνωση και μ' έβαλε στον πειρασμό να αφήσω το βιβλίο μισοτελειωμένο. Ευτυχώς, ο εικοσιεπτάχρονος -τότε- Τζούμας το αντιλαμβάνεται εγκαίρως και μολονότι το βιώνει "χωρίς να το κάνει θέμα", συλλογίζεται ότι "το κενό που παρ' όλα αυτά νιώθω, έχει να κάνει μάλλον με τη διαπίστωση ότι η φιέστα της αφθονίας σε αδειάζει". Έτσι, η περιπλάνησή του παίρνει μιαν άλλη τροπή, εγώ συνεχίζω την ανάγνωση και ο συγγραφέας, πλήρης από εμπειρίες που όμως δεν γεμίζουν το κενό του, επιστρέφει στην Ελλάδα - σ' αυτό το σημείο σταματά και η αφήγηση.

Στο Complete Unknown, που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο, ο Κωνσταντίνος Τζούμας από την θέση του παρατηρητή αυτή τη φορά, αναθυμάται και αναπαριστά ζωντανά την ατμόσφαιρα της Νέας Υόρκης - "βλέπεις" διασημότητες (στο εξώφυλλο υπάρχουν μόνο μερικές), γνωρίζεις ενδιαφέροντα "άσημα" πρόσωπα, ανοίκειες καταστάσεις, μοιράζεσαι σκέψεις για την καθημερινότητα, τις ανθρώπινες σχέσεις, την τέχνη, το θέατρο, τον χορό. Ο τρόπος που γράφει είναι ευθύς, στακάτος, ασταμάτητος. Απλώς καταιγιστικός. Το ιδιότυπο χιούμορ του και οι σουρρεαλιστικοί συνδυασμοί επιθέτων κι εννοιών είναι απολαυστικά. Ίσως κάποιοι το θεωρήσουν γκροτέσκο ή υπερβολικό αλλά δεν μπορείς να αμφισβητήσεις την παντελή έλλειψη προσποίησης και την αυθεντικότητα του λόγου του. Διαβάζοντάς τον, θυμήθηκα τον Αντώνη Σουρούνη που είχε πει ότι πρέπει πρώτα να ζήσεις και μετά να πιάσεις το μολύβι. Πόσο δίκαιο είχε...

Ήμουν στην παρουσίαση του βιβλίου του Κωνσταντίνου Τζούμα στη πόλη μου και καθώς παρατηρούσα τον συγγραφέα, σκεφτόμουν ότι πράγματι διαθέτει "...απ' αυτήν την ευγενική ωριμότητα των ανθρώπων όταν ξεχειλίζουν από τέχνη, χωρίς να χάνουν το χιούμορ τους, την ειρωνία τους, τη φωτεινότητά τους. Γιατί είναι φωτεινοί, φωτίζονται από μέσα τους από κάτι άσβηστο." όπως λέει και ο ίδιος περιγράφοντας τις καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες της εποχής. Την λίγη ώρα που τον άκουσα να μιλά (πήγα με αρκετή καθυστέρηση στην παρουσίαση) ανακάλυψα ότι αυτός ο "αέρας" που διεπνέει τόσο το βιβλίο όσο και τον ίδιο, οφείλεται στο ότι ο Κωνσταντίνος Τζούμας έχει κι έναν δεύτερο κανόνα που ακολουθεί, έστω και δίχως να το αναφέρει. Είναι η ευχή που του έδωσε η Ζουζού Νικολούδη λίγο πριν κατέβει από το πούλμαν:


"Μη χάσεις το χιούμορ σου κι αυτή την περιέργεια, αυτή την όρεξη που έχεις".



Σημείωση: Ο πίνακας είναι ο "Καθιστός άνδρας (ο Ντιέγκο)" του Αλμπέρτο Τζιακομέτι.

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009




Με συγχωρείτε κύριε 'Αινσταιν
...





Τα παιδικά βιβλία με ξεκουράζουν. Με βοηθούν να "καθαρίσω" το βλέμμα μου και το μυαλό μου από την καθημερινότητα. Ωστόσο, ο λόγος που διάβασα Το Ταξίδι των τρολ της Ιωάννας Μπουραζοπούλου (Καστανιώτης, 2009) έχει να κάνει αρχικά με την εικονογράφηση της Σοφίας Τουλιάτου στο εξώφυλλο: τα πολύχρωμα και αχτένιστα μαλλιά των μικρών παιδιών που μοιάζουν με στρόβιλο με πήγαν πολύ πίσω - τότε που ήμουν, θυμάμαι, στο νηπιαγωγείο και ξεκινούσα κάθε πρωί από το σπίτι πάντοτε καλοχτενισμένη, με ίσια χωρίστρα και μοντέρνο, κοκκάλινο σαντικλέρι στα πλάγια. Δεν ξέρω όμως γιατί, κάθε μεσημέρι επέστρεφα με διαφορετικό "χτένισμα"! Παρόμοιο με εκείνα των μικρών τρολ...

Αχτένιστα, τσαπατσούλικα και ζαβολιάρικα είναι και τα επτά μικρά τρολ που πρωταγωνιστούν: ο Ντο που φορά μια ζακέτα χωρίς το ένα της μανίκι, ο Ρε που δεν αποχωρίζεται την αγαπημένη του οδοντόβουρτσα, η Μι με τις κόκκινες κάλτσες και ο Φα με το ψηλό καπέλο, ο Σολ που κουβαλάει ένα τεράστιο κλειδί, η Λα με το ειδικό λεξικό της και ο Σι που μονίμως ανησυχεί μήπως το κίτρινο μπάλωμα που έχει στο παντελόνι φύγει από τη θέση του.

"Το Ταξίδι των τρολ" σε κερδίζει από την πρώτη κιόλας σελίδα διότι σου εξάπτει την περιέργεια για την συνέχεια. Θα περίμενε κανείς ότι τα τρολ, που είναι αξιολάτρευτα, θα έκαναν συνεχώς σκανταλιές, θα τα μάλωναν ή θα τα έβαζαν τιμωρία και ίσως στο τέλος συνετίζονταν, χτενίζονταν δηλαδή, φορούσαν ατσαλάκωτα ρούχα και ζούσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Ευτυχώς όμως, και για κείνα και για τους αναγνωστες, τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά - τα μικρά τρολ πλήττουν στην καλύβα τους. Ώσπου ανακαλύπτουν ότι η καλύβα τους είναι στην πραγματικότητα μία βάρκα και ότι μπορούν μ΄αυτήν να ταξιδέψουν! Ο άνεμος τους αποκαλύπτει ότι μέσα στα αχτένιστα μαλλιά τους είναι κρυμμένο το μυστικό της μελωδίας. Έτσι, με τη βοήθειά του, με τα μπουγαδόσκοινα και το τεράστιο κλειδί του Σολ, που επιτέλους μαθαίνουν σε τι χρησιμεύει, ανοίγουν πανιά και πετούν σε περίεργους, πολύχρωμους και μελωδικούς κόσμους του ουρανού.

Όπως είναι φυσικό, οι κακοί της ιστορίας εμφανίζονται όταν οι πτήσεις των μικρών τρολ γίνονται όλο και πιο ενδιαφέρουσες, πιο μελωδικές. Σαν πειρατές ο ναύαρχος Βησσαρίωνας, η καθηγήτρια Βεατρίκη, ο δήμαρχος Φρειδερίκος και ο βιβλιοπώλης Οράτιος επιτίθενται στη βάρκα των τρολ με πολύ επιμονή για να την καταστρέψουν και να σταματήσουν τις παράνομες πτήσεις τους στα σύννεφα. Μα αποτυγχάνουν γιατί δεν γνωρίζουν ότι η δύναμη της μελωδίας είναι γοητευτική και η μουσική ακατανίκητη!

Απόλαυσα
πραγματικά αυτό "Το ταξίδι.... " όχι μόνο για την ιδιαίτερη ματιά που τα μικρά τρολ βλέπουν τον κόσμο, για την άρνησή τους να αλλάξουν, για την αλληλοβοήθεια που προσφέρουν και για τις συμβατικότητες που τελικά ανατρέπουν, αλλά και για το τέλος της ιστορίας που θυμίζει μαγικό ρεαλισμό του Φελίνι.

Παρεμπιπτόντως, ο Άλμπερτ Άινσταιν δεν ήταν που είπε: "δύο πράγματα είναι άπειρα: το σύμπαν και η ανθρώπινη ανοησία - και δεν είμαι καθόλου σίγουρος για το πρώτο"; Με συγχωρείτε κύριε Άινσταιν μα κάνετε λάθος! Το σύμπαν με τη μουσική γίνεται όντως άπειρο. Όσο για την ανοησία, αυτή έχει μετρήσιμα όρια κι ως εκ τούτου δεν είναι άπειρη. Το λεξικό της Λα το αναφέρει ρητά:


"Μετριέται η ανοησία;"
Ναι, αλλά όχι με ίσιο χάρακα.




ΥΓ: Αυτό το παραμύθι μου άρεσε λίγο παραπάνω και για έναν ακόμη λόγο: από τις πρώτες συλλαβές και λέξεις που είπε η ανηψιά μου μόλις άρχισε να μιλάει ήταν "Λα" - προσπαθούσε να με φωνάξει με το (πραγματικό) όνομά μου!. Και τώρα, στην εφηβεία της, γκρινιάζει για το λεξικό μου που της λέω να χρησιμοποιεί στα μαθήματά της.


Κυριακή, 21 Ιουνίου 2009





Πατέρα είσαι...

Η παγκόσμια ημέρα του Πατέρα ήταν μια ιδέα της Sonora Smart Dodd από την Ουάσινγκτον η οποία το 1910 θέλησε μια γιορτή αντίστοιχη με εκείνη της Μητέρας για να τιμήσει τον πατέρα της, βετεράνο του Αμερικανικού Εμφυλίου που μεγάλωσε μόνος του τα έξι παιδιά της οικογένειας. Έκτοτε καθιερώθηκε να γιορτάζεται την τρίτη Κυριακή του Ιουνίου. Παρόλο που οι επέτειοι αυτού του είδους δεν μου αρέσουν διότι περιορίζουν την σημασία της κάθε έννοιας σε είκοσι τέσσερις ώρες, επέλεξα την σημερινή μέρα για να αναρτήσω τις σκέψεις των παιδιών γιατί -θα παραφράσω λίγο τον Όσκαρ Ουάιλντ- οι πατέρες έχουν τόσα να μάθουν από τα παιδιά τους. Και οι μητέρες επίσης. Ας τα ακούσουμε...


Ο μπαμπάς μου είναι ο καλύτερός μου φίλος. Κάνουμε αστεία και γελάμε μαζί. Μαριάννα, 8

Ο πατέρας μου είναι ο φύλακας του σπιτιού. Μαργαρίτα, 11


Ο πατέρας μου είναι το Α και το Ω της οικογένειας. Ιωάννα, 13


Δεν θα ήθελα να είχα άλλον πατέρα. Αυτός μου φτάνει. Είναι ο καλύτερος. Δημήτρης, 10


Ο χρόνος που περνάει μαζί μου είναι λίγος. Θα ήθελα να του λέω καθημερινά πως περνάω την ημέρα μου. Να συζητάμε περισσότερο. Χριστίνα, 9


Ο πατέρας μου είναι ένα όνειρο γαλάζιο γεμάτο αγάπη. Θα ήθελα να πετάω μαζί του κάθε μέρα και να βλέπω τον κόσμο από ψηλά. Βάσια, 8
Ο μπαμπάς τώρα έχει φτερά γιατί έγινε αγγελάκι. Φοίβος, 6

Δεν πηγαίνω πουθενά μαζί του. Έχει πάντα πολύ δουλειά. Μυρτώ, 5
Πολλοί μπαμπάδες όλο διαβάζουν την εφημερίδα τους αντί να ασχολούνται με τα παιδιά τους. Μισούμε τις εφημερίδες, Μαρία και Μελίνα, 11

Θέλω ο μπαμπάς μου να μου διαβάζει ένα βιβλιαράκι πριν κοιμηθώ.
Αλέξανδρος, 4


Κανείς δεν μπορεί να ζήσει όμορφα με έναν από τους δύο γονείς του. Αθανάσιος, 13

Ο πατέρας είναι ο άνθρωπος που με υπερασπίζεται. Γιάννης, 13

Ο μπαμπάς μου με μαλώνει λίγο αλλά με αγαπάει πολύ. Μαρία, 7

Καμιά φορά νευριάζει και φωνάζει, αλλά εγώ κλείνω τα αυτιά μου να μην ακούω. Νεφέλη, 5

Το μόνο που θέλω από αυτόν είναι να με αγαπάει όπως τον αγαπάω εγώ. Αναστασία, 8

Θαυμάζω τον πατέρα μου γιατί έχει πολλές γνώσεις που μου μεταδίδει. Ευανθία, 12


Ήθελα να είναι σπίτι, όχι να χωρίσει. Τον αγαπάω. Αχιλλέας, 5

Εγώ αγαπάω τον μπαμπά μου επειδή βοηθάει τη μαμά μου στο σπίτι όταν έχει πολλές δουλειές. Λία, 7

Ο μπαμπάς είναι το μισό της μαμάς μου. Χαρίλαος, 12

Ο πατέρας μου είναι για μένα ένα κομμάτι από τη ζωή μου. Χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχα τώρα. Εγώ θέλω λίγα πράγματα από τον μπαμπά. Αλλά αυτό που θέλω πιο πολύ είναι να είμαστε μια αγαπημένη οικογένεια. Κώστας, 9


*


Σημείωση 1: Τα πιο πάνω λόγια είναι οι αυθόρμητες απαντήσεις παιδιών ηλικίας 4 έως 13 ετών που συνόδευαν τα έργα ζωγραφικής που πήραν μέρος τον 11ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Παιδικής Ζωγραφικής με θέμα «Πατέρας και Παιδί» που οργάνωσε το Μουσείο Ελληνικής Παιδικής Τέχνης το 1997. Οι σκέψεις αυτές βρίσκονται συγκεντρωμένες στο κομψό βιβλιαράκι του ΜΕΠΤ με τίτλο «Πατέρα είσαι…» απ΄ όπου και ο τίτλος της σημερινής ανάρτησης. Η αρχική σκέψη μου ήταν να επιλέξω δυό-τρία λόγια, αλλά...
Σημείωση 2: Οι ζωγραφιές είναι από την εικονογράφηση του βιβλίου κι ανήκουν στους:1) Μαρία Λιαλούτη, 6 ετών, 2) Φωτεινή Παπαδημητρίου, 11 ετών, 3) Ηλία Πρεβεζά, 10 ετών, 4)Άγγελο Κουλόν, 7,5 ετών και 5) Χριστίνα Σαντζαρίδου, 9 ετών.

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009




Τα όνειρα του σήμερα
είναι η πραγματικότητα του αύριο



Ωστόσο, στο "Φλυαρία πάνω στον Νείλο" του Αιγύπτιου συγγραφέα Ναγκίμπ Μαχβούζ (μτφρ. από τα αραβικά Πέρσα Κουμούτση, Ψυχογιός, 1998) κανείς δεν φαίνεται να το πιστεύει.


Ένας δικηγόρος, ένας κριτικός τέχνης, ένας συγγραφέας, ένας ηθοποιός, μία μεταφράστρια, μία απατημένη νοικοκυρά, μία φοιτήτρια-επίδοξη ηθοποιός κι ένας ανώτερος δημόσιος υπάλληλος συναντιούνται κάθε απόγευμα στο ποταμόπλοιο του τελευταίου και καπνίζουν αρειμανίως ναργιλέ. Το "κέφι" που πίνουν (το υγρό χαρμάνι του καπνού "εμπλουτισμένο"με χασίς) διαποτίζει κάθε σπιθαμή του μυαλού τους με αποτέλεσμα να αναλώνονται σε ανούσιες συζητήσεις, να μην κάνουν όνειρα και η πραγματικότητά τους να ξοδεύεται στη μιζέρια της επανάληψης και στην ανέμελη και ανώφελη "αιθαλολογία".

Μέχρι τη στιγμή που μία νέα, δραστήρια και φιλόδοξη δημοσιογράφος θα θελήσει να γίνει μέλος αυτής της παρέας. Η Σαμάρα Μπάχγκατ φέρνει έναν αλλιώτικο αέρα στο ποταμόπλοιο. Έχει έντονη κι ελκυστική προσωπικότητα. Έχει λεπτούς τρόπους, εκλεπτυσμένη γοητεία και μια απλή συμπεριφορά που προκαλεί το ενδιαφέρον και την περιέργεια των ανδρών της παρέας διότι δεν είναι αυτό που θα περίμεναν από κάποια που θέλει να γίνει φίλη με μερικούς καθ' έξιν μαστουρωμένους. Η νεαρή γυναίκα ξεχωρίζει ακόμη κι από τον τρόπο που χειρίζεται την θηλυκότητά της: την "περιορίζει" φορώντας ρούχα κουμπωμένα ως τον λαιμό σε αντίθεση με τις άλλες δύο γυναίκες της συντροφιάς - ένδειξη του πόσο διαφορετική και σοβαρή την θέλει ο συγγραφέας να είναι. Τονίζω το "σοβαρή" διότι ο Ναγκίμπ Μαχβούζ, λίγο πριν τη μέση του βιβλίου και μέχρι το τέλος του, κάνει τον αναγνώστη να αναρωτηθεί για την έννοια της σοβαρότητας και τον οδηγεί, πιστεύω, στον διαχωρισμό της από τη σοβαροφάνεια, τον καθωσπρεπισπό ή τον κομφορμισμό. Η Σαμάρα γίνεται σημείο τριβής μεταξύ των μελών της παρέας. Τους αναγκάζει να πάρουν θέση και να βγουν από την ανευθυνότητα και την παθητικότητά τους. Το σημειωματάριό της γίνεται η θρυαλλίδα γι' αυτό.

Ο Ανίς Ζάκι, ο οικοδεσπότης του ποταμόπλοιου, έχει αποτύχει και στην επαγγελματική και στην προσωπική του ζωή - ο συγγραφέας αφήνει να εννοηθεί ότι αυτό οφείλεται στον θάνατο της συζύγου και του παιδιού τους (το εισαγωγικό σημείωμα το αναφέρει καθαρά). Βρίσκεται μονίμως σε μια χαύνωση και όπως γράφει η Σαμάρα "πολλές φορές νομίζω πως είναι μισότρελος ή μισοπεθαμένος". Ωστόσο, σε μια έξαρση κινητικότητας ο Ανίς ανοίγει την τσάντα της Σαμάρα και κλέβει το σημειωματάριό της. Αυτά που διαβάζει τον βάζουν "στον κόπο" να δραστηριοποιήσει την σκέψη και τα αισθήματά του. Θυμώνει, γίνεται κυνικός, εριστικός, απειλητικός μέχρι την τελευταία σελίδα - αντιδρά όπως θα αντιδρούσε ο οποιοσδήποτε ήταν στερημένος από ζωή για πολλά χρόνια. "Ήθελα να δοκιμάσω να ξεστομίσω όσα δεν έπρεπε" λέει στη Σαμάρα. Τα πενήντα γρόσια που επίσης παίρνει μέσα από την τσάντα της, δεν είναι επειδή τα χρειάζεται αλλά όπως παραδέχεται ο ίδιος, είναι ένα είδος επικοινωνίας μαζί της!

Ο υπηρέτης του Ανίς, ο αμ Άμπντου, παρόλη την νωθρότητα που επικρατεί, εκτελεί τα καθήκοντά του χωρίς την παραμικρή παρέκκλιση Με τις τεράστιες διαστάσεις του και την βουβή, υπαινισσόμενη δύναμή του είναι ο μοναδικός σταθερός σύνδεσμός τους με τον "έξω" κόσμο τις ώρες τις απόλαυσης, ο νηφάλιος μάρτυρας της παρακμής τους, ο μόνος που, εντέλει, μπορεί ο καθένας τους να εμπιστευθεί.

Ο ναργιλές αποδεικνύεται ένας ακόμη πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος αυτού. Γύρω του θρονιάζονται οι φίλοι που τυπικά δεν έχουν κανένα λόγο να μην αισθάνονται καλά με τη ζωή τους: είναι όλοι τους μορφωμένοι, ευκατάστατοι, επαγγελματικά τακτοποιημένοι και μέσα σ' ένα πολιτικό καθεστώς απαγόρευσης (τέλη του '60, κυβέρνηση Νάσερ) έχουν την ελευθερία να γεύονται τις απολαύσεις που θέλουν. Ωστόσο, αυτοί προτιμούν να παραιτούνται από την οποιαδήποτε δραστηριότητα, πεποίθηση κι αρχή και να παραδίνονται στη ναρκωμένη ενατένιση και στο νυσταλέο στοχασμό περιμένοντας κάποιον άλλο να τους δώσει την απάντηση στους ακίνδυνους στοχασμούς τους. Ο δε Ανίς είναι σε τέτοιο βαθμό αποβλακωμένος από το χασίς που συνδιαλέγεται με συμπαντικές δυνάμεις και ιστορικά γεγονότα όλη την ώρα. Ο Ναγκίμπ Μαχβούζ βάζει τον ήρωά του να συνομιλεί με τον εαυτό του δίνοντας δραματικό τόνο στην αφήγηση αλλά αυτό δεν γίνεται κατανοητό παρά μόνο μετά από αρκετές σελίδες. Αυτή η εναλλαγή τριτοπρόσωπης αφήγησης με το δεύτερο πρόσωπο/εαυτό του Ανίς ήταν κάτι που με δυσκόλεψε στην ανάγνωση, τουλάχιστον μέχρι να το αντιληφθώ.

Δεν θυμάμαι να το αναφέρει κάπου ο συγγραφέας μα έχω την εντύπωση ότι η πόλη που εκτυλίσσεται η ιστορία είναι το Κάιρο. Σ' ετούτη την πόλη γεννήθηκε η γνωστή ζωγράφος ΄Οπυ Ζούνη η οποία το 1965 μετανάστευσε στην Ελλάδα. Είναι γνωστή η πορεία της που οδηγεί στις αρχιτεκτονικές απόψεις της, τους γεωμετρικούς, φωτεινούς πίνακές της. Οι πρώτες της δημιουργίες, ωστόσο, ήταν κατά πολύ διαφορετικές. Οι "Τρεις Μάγοι" της (ο πιο κάτω πίνακας) είναι από αυτήν τη πρώτη περίοδο.

Λίγο πιο βόρεια, στην Αλεξάνδρεια, είχε μεταναστεύσει το 1916 ένας άλλος Έλληνας καλλιτέχνης: ο Βολιώτης στην καταγωγή ζωγράφος και κολαζίστας Αριστομένης Αγγελόπουλος. Στα σαράντα τέσσερα χρόνια που έζησε και δημιούργησε εκεί, διακρίθηκε για τα λεπταίσθητα πορτραίτα του και την ποιητική ζωγραφική του. Με την εγκατάστασή του στο Παρίσι, το 1960, αλλάζει το ύφος της ζωγραφικής του και κερδίζει την αναγνώριση τόσο για τον ιδιαίτερο τρόπο που χειρίζεται τα κομμάτια του χαρτιού και συνθέτει τα κολλάζ του όπως επίσης, και για την αφαιρετικότητα της παλέτας του. Και είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι ο Αγγελόπουλος κάνει αυτή την επιτυχημένη στροφή στην τέχνη του όντας στην ηλικία των εξήντα.


Αντίθετα, οι ήρωες του Ν.Μαχβούζ που έχουν περίπου τα μισά του χρόνια, δεν τολμούν να κάνουν βήμα πιο πέρα απο το ποταμόπλοιο όπου αφήνονται μακαρίως στο ρυθμικό λίκνισμα του Νείλου - ο βασικός πρωταγωνιστής όλων των μυθιστορημάτων του Ν.Μαχβούζ. Προτιμούν να βρίσκονται σε μια διαρκή παραζάλη, μία παρατεταμένη αδιαφορία για το σήμερα και το μέλλον νομίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο ξεφεύγουν από την καθημερινότητά τους και ζουν τη ζωή τους αλλιώς. Δυστυχώς γι' αυτούς, ο Τζων Λέννον δεν είχε πει ακόμη ότι "η ζωή είναι αυτό που συμβαίνει όταν κάνεις άλλα σχέδια".

Σε αντίθεση με το "Μιραμάρ" που είχα διαβάσει παλιότερα και μου έχει αφήσει μια ευχάριστη αίσθηση παλιομοδίτικης νοσταλγίας, βρήκα αυτό το μυθιστόρημά του Ν.Μαχβούζ αρκετά στενόχωρο και αντιφατικό. Στο πρόσωπο του Ανίς Ζάκι, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι κανείς δεν μπορεί να δραπετεύσει από τις επιταγές και το καθήκον απέναντι στην κοινωνία κι ακόμη χειρότερα, απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Απ' την άλλη, με τη στάση και τον χαρακτήρα της Σαμάρα δηλώνει ότι υπάρχει διέξοδος: η αξιοποίηση όλου του δυναμικού που διαθέτει ο καθένας μας, ο δυναμισμός, ο έρωτας είναι στοιχεία που σε καθιστούν κυρίαρχο της ζωής και διαμορφωτή του μέλλοντός σου.

Αν και ολιγοσέλιδο (σελ.194) το βιβλίο είναι αρκετά απαισιόδοξο και με μια δόση ματαιότητας. Ωστόσο, μου έδωσε την ευκαιρία να θυμηθώ δύο αγαπημένους καλλιτέχνες. Θυμήθηκα, επίσης, και τον πατέρα μου που πήρε την απόφαση να κόψει το κάπνισμα μέσα σε δευτερόλεπτα - πέταξε την πίπα, τα τσιγάρα και τον αναπτήρα του χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά. Δεν είχε διαβάσει, βέβαια, το βιβλίο μα είμαι σίγουρη ότι αν το διάβαζε θα το έκανε σε πολύ λιγότερο χρόνο. Dreams should be clear to follow.



Σημείωση: Ο πρώτος πίνακας είναι το "Πλύσιμο στο Νείλο", του Περικλή Τσιριγώτη. Ο δεύτερος, όπως ανέφερα πιο πάνω, είναι "Οι Τρεις Μάγοι" της Όπυ Ζούνη και ο τρίτος πίνακας είναι κολλάζ του Αριστομένη Αγγελόπουλου με τίτλο "Δρόμοι της πόλης".



Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2009




Μνήμη Ανθρώπου, Λήθη Ανθρώπου



"Ξεκίνησαν την πορεία από τα λημέρια τους στη βορεινή πλευρά του λιμανιού. Εκεί ζούσανε οι πιο πολλοί, πίσω από τη μεριά της προκυμαίας που έβραζε από τα σούρτα φέρτα των γιγαντιαίων πλοίων, τα οποία αναχωρούσαν κάθε μέρα για την Ιταλία, τη γη της Επαγγελίας γι' αυτούς τους πρόσφυγες. Ζούσαν εκεί για να ΄ναι πιο κοντά στα πλοία, να τα παρακολουθούν, να είναι ανά πάσα ώρα έτοιμοι να μπουκάρουν μέσα λαθρομετανάστες, πληρώνοντας για τούτη την ντροπή περιουσίες και χάνοντας συχνά και τα λεφτά και τη ζωή τους."

" ....... οι Κούρδοι, πρόσφυγες πολιτικοί οι περισσότεροι, άνθρωποι ορεσίβιοι, περήφανοι, ζούσαν στα στενά σοκάκια πίσω από εκείνη την περιοχή του λιμανιού. Καμμιά φορά τρυπώνανε και στα χαλάσματα σπιτιών ή μεγαλύτερων κτηρίων εκεί γύρω. Κρεμούσανε άδεια τσουβάλια για να ορίσουνε τον ζωτικό του χώρο ο καθένας, περίπου το εμβαδόν ενός καταφρονεμένου τάφου. Έτσι ζούσανε - σταβλιζόντουσαν καλύτερα να πω. Κι ας καρναβαλιζόταν λίγα τετράγωνα πιο πέρα αμέριμνη η πόλη, ας γιόρταζε το κάθε τι, ας περηφανευόταν για την 'μπελ επόκ' της, ας ευαγγελιζόταν το ευρωπαϊκό της όνομα."


Τα αποσπάσματα είναι από το διήγημα της Ρέας Γαλανάκη με τίτλο "Μνήμη ανθρώπων, λήθη ανθρώπων" που βρίσκεται στην συλλογή των οκτώ μικρών ιστοριών της "Ένα σχεδόν γαλάζιο χέρι" (Καστανιώτης, 2004) απ' όπου δανείστηκα τον τίτλο της σημερινής ανάρτησης. Το κείμενο βασίζεται σε πραγματικό γεγονός (την πορεία Κούρδων μεταναστών στο κέντρο της Πάτρας) και όπως σημειώνει η ίδια η συγγραφέας στο τέλος του βιβλίου, δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα ΝΕΑ την 18 Ιανουαρίου 1994 - η λογοτεχνία φαίνεται ότι χρησιμοποιεί τα ανακλαστικά της εγκαίρως γιατί έχω την εντύπωση ότι τότε αρχίζει να παίρνει σοβαρές διαστάσεις το ζήτημα της (λαθρο)μετανάστευσης και των (λαθρο)μεταναστών.

Σημείωση: Ο πίνακας είναι του Βλάση Κανιάρη κι ονομάζεται "Όψεις του ρατσισμού"

Αφορμή για την ανάρτηση αυτή στάθηκαν τα συνεχόμενα ρεπορτάζ και οι τηλεοπτικές συζητήσεις που γίνονται για τους μετανάστες τις τελευταίες μέρες. Ελπίζω, τελικά, να βγει κάτι από όλη αυτήν την κινητοποίηση και να μην μείνουν οι αρμόδιοι στα λόγια τα μεγάλα.
Πάλι.

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009








 


Καλημέρα κύριε Ουάιλντ...


Ο Όσκαρ Ουάιλντ ήταν μία μορφή της λογοτεχνίας που έμεινε στην ιστορία για το φλέγμα του, την ειρωνία, το θράσος, την αντισυμβατικότητα και την εκκεντρικότητά του αλλά, παράλληλα, και για την έμφυτη ευγένεια, την κομψότητα και την καλλιέργειά του. Ασχολήθηκε με πολλά είδη του γραπτού λόγου (ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, δοκίμιο, κριτική) με δεξιοτεχνία, στυλ και πνεύμα, στοιχεία σύμφυτα του χαρακτήρα του. Στην θυελλώδη ζωή των σαράντα έξι χρόνων που έζησε, δεν δίστασε να υπερασπιστεί τη γνώμη και τις επιλογές του σε μια εποχή που επικρατούσε ο ισοπεδωτικός πουριτανισμός. Και όπως ήταν φυσικό, πλήρωσε το τίμημα. Είναι γνωστή η δικαστική διαμάχη που είχε με τον πατέρα του εραστή του, η οποία κατέληξε στην φυλάκισή του - γεγονός που αποτέλεσε την αρχή της ραγδαίας πτώσης του. Αυτό που ίσως δεν είναι ευρέως γνωστό είναι η μεγάλη αγάπη που είχε για κάθε τι ελληνικό - από την ηλικία των δώδεκα ετών διάβαζε Όμηρο στα ελληνικά. Η αγάπη του αυτή αυξήθηκε κάτω από την επίδραση του δασκάλου του Τζων Μακάφυ στο Τρίνιτυ Κόλλετζ του Δουβλίνου όπου φοίτησε το 1871. Μαζί του ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1877. Την ίδια χρονιά εμφανίστηκε στα γράμματα για πρώτη φορά με σονέτα που δημοσιεύτηκαν σε ιρλανδικά περιοδικά.

είπε...


...για τα βιβλία
Είναι ανόητο να υπάρχουν αυστηροί κι αλύγιστοι κανόνες για το τι πρέπει κανείς να διαβάζει και τι όχι. Η μισή μόρφωση πηγάζει από εκείνα που δεν θα έπρεπε να διαβάζει κανείς.

Δεν υπάρχει ηθικό ή ανήθικο βιβλίο. Τα βιβλία είναι είτε καλογραμμένα ή κακογραμμένα.

Τα βιβλία που ο κόσμος αποκαλεί ανήθικα είναι βιβλία που δείχνουν στον κόσμο τις ίδιες τις ντροπές
του.


...για τους κριτικούς
Κριτικός είναι εκείνος που μπορεί να μεταφέρει την εντύπωση που του έκαναν τα ωραία πράγματα σε μιαν άλλη μορφή ή σ' ένα καινούργιο υλικό.

Η υψηλότερη όπως και η κατώτερη μορφή κριτικής είναι ένας τρόπος αυτοβιογραφίας.



...για την πολιτική
Λατρεύω τις πολιτικές συγκεντρώσεις. Είναι πια το μόνο μέρος όπου οι άνθρωποι δε μιλούν πολιτικά.

...για την αγάπη
Στην αγάπη αρχίζουμε απατώντας τον εαυτό μας. Αργότερα απατούμε τους άλλους.

Ποιός είναι φτωχός όταν τον αγαπούν;

...για τη ζωή
Η ζωή δε μετριέται με τις αναπνοές που παίρνουμε αλλά με τις στιγμές που μας κόβουν την αναπνοή.

Η ανυπακοή, στα μάτια όποιου έχει διαβάσει ιστορία, είναι η αρχική αρετή του ανθρώπου. Μόνο με ανυπακοή κι ανταρσία έχει γίνει πρόοδος.

Εμπειρία είναι το όνομα που δίνουμε στα λάθη μας.




...και βεβαίως για τον εαυτό του
Δεν είμαι αρκετά νέος για να τα ξέρω όλα. Μπορώ να αντισταθώ στα πάντα εκτός από τον πειρασμό.

Δεν μου αρέσει να μου δίνουν συμβουλές. Μπορώ να κάνω και μόνος μου λάθη.

Όταν οι άλλοι συμφωνούν μαζί μου, καταλαβαίνω πάντα πως πρέπει να έχω άδικο.

Αυτή η ταπετσαρία είναι άσχημη! Ή αυτή θα φύγει ή εγώ...

(τα τελευταία του λόγια).






Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2009



Τoo busy to make a living and
forget to make a life?

"Οι Ιάπωνες είναι ένας λαός που δεν δέχεται εύκολα τους ξένους στους κόλπους της - too busy to make a living and forget to make a life". Αυτό μου εκμυστηρεύτηκε γεμάτος πικρία ένας αμερικανός που με πλησίασε πριν από χρόνια στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Την πρώτη φορά μου μίλησε με αφορμή κάποιο ειδώλιο που κοιτούσα επί ώρα. Τον απέφυγα ευγενικά και γιατί δεν συνηθίζω να μιλώ σε ξένους και γιατί μου φάνηκε περίεργος τύπος. Την δεύτερη φορά όμως δεν έλεγε να καταλάβει ότι ήθελα να μείνω μόνη μου κι έτσι, βρέθηκα στο αίθριο του μουσείου να μοιράζομαι το μεσημεριανό γεύμα μου μαζί του. Εκτός από περίεργος τύπος ο αμερικανός, ήταν και πολύ επίμονος και κουραστικός γιατί όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια αυτό που ήθελε απεγνωσμένα ήταν να μιλήσει οπωσδήποτε σε κάποιον. Τον άφησα λοιπόν, να μιλά νομίζοντας ότι θα βαρεθεί από την επιδεικτικά αδιάφορη και παγερή στάση μου και θα φύγει μόνος του. Μεταξύ πολλών άλλων (επαγγελματικών και προσωπικών καταστάσεων που με έφεραν σε άβολη θέση) μου είπε ότι βρισκόταν στην Αθήνα για ένα συνέδριο και αντιμετώπιζε μεγάλη δυσκολία να προσαρμοστεί και να ενταχθεί στην κοινωνία των Ιαπώνων όπου είχε μετοικήσει για επαγγελματικούς λόγους. Όταν μου τα διηγούνταν όλα αυτά, ζούσε ήδη στην χώρα του ανατέλλοντος ηλίου δύο χρόνια και ένιωθε ακόμη παρείσακτος. Όσο (έκανα πως) άκουγα, καθόμουν σε αναμμένα κάρβουνα γιατί εκτός του ότι δεν έλεγε να σταματήσει τον χειμαρρώδη μονόλογό του, η όλη κατάσταση "έσταζε" κατήφεια και κατάθλιψη. Πολύ γρήγορα και πάντα όσο κόσμια σου επιτρέπει η ταχύτητα σε αυτές τις περιπτώσεις, πλήρωσα τον λογαριασμό κι έφυγα.



Θυμήθηκα αυτό το περιστατικό όταν έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο του Λευκάδιου Χέρν, ο οποίος ήταν ακριβώς το αντίθετο του αμερικανού. Ελληνικής και ιρλανδικής καταγωγής ο Λευκάδιος Χερν περιπλανήθηκε στην Ευρώπη και στην Αμερική κάνοντας διάφορες ευκαιριακές δουλειές πριν καταλήξει στην Ιαπωνία ως ανταποκριτής του εκδοτικού οίκου Χάρπερς. Λίγο αργότερα, βρίσκει θέση καθηγητή της αγγλικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο αυτοκρατορικό πανεπιστήμιο του Τόκιο, παντρεύεται την γιαπωνέζα Σετζούκο Κοϊζόμι, υιοθετεί το οικογενειακό όνομά της και αποκτά μαζί της τέσσερα παιδιά. Κι όλα αυτά μέσα σε δεκατέσσερα χρόνια - τα τελευταία της ζωής του. Γεγονότα που αποδεικνύουν ότι ενσωματώθηκε άψογα στην νέα του πατρίδα. Επιπλέον, έφτασε να χαρακτηριστεί εθνικός συγγραφέας της Ιαπωνίας. Το συγγραφικό του έργο είναι ογκώδες: βιβλία και πανεπιστημιακές παραδόσεις που περιλαμβάνονται στην ιαπωνική έκδοση των είκοσι επτά τόμων του έργου του. Σ' αυτό προβάλλει την Ιαπωνία με ιδανικό τρόπο, παρουσιάζοντας στη Δύση μιαν άγνωστη ως τότε χώρα, η οποία προσπαθούσε να πλησιάσει το πρότυπο ενός δυτικού κράτους. Δίκαια, λοιπόν, θεωρείται ο αυθεντικότερος ερμηνευτής της χώρας στην Δύση. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν κάποια από τα βιβλία του με πιο γνωστό ίσως το "Η χώρα των χρυσανθέμων" (μτφρ.Γ.Καλαμαντής, Κέδρος, 1998). Ωστόσο, εγώ θα σταθώ στο μοναδικό, νομίζω, που έχει γράψει για παιδιά.


"Το αγόρι που ζωγράφιζε γάτες" (μτφρ. Δώρα Βουκελάτου, Εστία, 2000)
βασίζεται στην Ιαπωνική παράδοση (όπως άλλωστε και το σύνολο του έργου του) γι' αυτό οι ήρωές του εκφράζουν τις αρχές της, ιδέες που σήμερα ακούγονται ξεπερασμένες από μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων: η καλοσύνη, η αφοσίωση, η γενναιοδωρία της ψυχής. Ωστόσο, υπάρχει και το κυνήγι της αιώνιας νεότητας που καταδυναστεύει τον σύγχρονο άνθρωπο.


Ο Λευκάδιος Χέρν έγραψε τις μικρές αυτές ιστορίες για παιδιά έχοντας ζυμώσει την αγγλοσαξωνική αυστηρότητα στην αφήγηση, την ιαπωνική λιτότητα στην χρήση των λέξεων και τον ελληνικό τρόπο να λες ιστορίες και να παρασύρεις. Το βιβλίο έχει μικρό μέγεθος, λίγες σελίδες (61) και ασπρόμαυρα σκίτσα που είναι όμως αρκετά για να σε ταξιδέψουν στους κόσμους του τρομακτικού και του παράδοξου και να προκαλέσουν εξίσου την φαντασία κάθε μικρού (και μεγάλου) αναγνώστη. Για να καταλάβετε, σκεφτείτε αυτούς που πρωταγωνιστούν στις ιστορίες του: ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που ξεδιψά με το νερό μιας ασυνήθιστης πηγής κι έχει παράξενη κατάληξη, έναν μικρό ψαρά που έχει ένα κουτί με μεταξωτό κορδόνι, έναν άνθρωπο-καρχαρία που χύνει ρουμπίνια αντί για δάκρυα, το αγόρι που ζωγραφίζει γάτες και τη νύχτα αυτές οι γάτες το σώζουν από τους δαίμονες. Όπως άκουσα πρόσφατα, οι Ιάπωνες ακόμη και σήμερα χρησιμοποιούν τους δαίμονες για να κάνουν τα μικρά γιαπωνεζάκια να καθίσουν φρόνιμα.
Τα διηγήματα αυτά ίσως φανούν απλοϊκά αλλά πιστεύω ότι όταν μας κατακλύζουν "βαριές" εικόνες χρειαζόμαστε μια διαφορετική, ξεκούραστη ματιά, ένα διάλειμμα στον πολύβουο και πολυάσχολο κόσμο μας. Και οι μικροί αναγνώστες το ίδιο. "Το αγόρι που ζωγράφιζε γάτες" είναι μία από αυτές τις ματιές.




Σημείωση: τα σκίτσα που συνοδεύουν αυτή την ανάρτηση είναι από την εικονογράφιση του βιβλίου.