Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013







1852 ή 2010; 




    "Ο Τζο ζει -δηλαδή, ο Τζο δεν έχει πεθάνει ακόμα-  σ' ένα άθλιο μέρος γνωστό στους ανθρώπους σαν και του λόγου του με το όνομα Τομ-ολ-Αλόουν'ς. (...)
     Θα πρέπει να είναι περίεργη η ζωή του Τζο! Να τριγυρίζει στους δρόμους, και να του είναι τελείως άγνωστα τα σχήματα μα και το νόημα αυτών των μυστήριων συμβόλων που αφθονούν πάνω απ' τα μαγαζιά, στις γωνιές των δρόμων, στις πόρτες, στα παράθυρα! Να βλέπει ανθρώπους να διαβάζουν, και να βλέπει ανθρώπους να γράφουν, και να βλέπει ταχυδρόμους να παραδίδουν γράμματα, και να μην έχει την παραμικρή ιδέα για όλη αυτή τη γλώσσα - να είναι σαν τυφλός και βουβός μπροστά σε κάθε κομματάκι της!  Θα πρέπει ν' απορεί που βλέπει τους καλούς ανθρώπους να πηγαίνουν τις Κυριακές στις εκκλησίες, κρατώντας τις συνόψεις τους, και να σκέφτεται (γιατί ίσως ο Τζο όντως να σκέφτεται σε ανύποπτες στιγμές) τί να σημαίνουν τάχα όλα αυτά, κι αν σημαίνουνε κάτι για κάποιον, πως και δε σημαίνουνε τίποτα για μένανε; Να με σπρώχνουνε, να με παραμερίζουνε, να με μετακινούνε. και να νιώθω πως ίσως να 'ν' αλήθεια ότι δεν έχω καμιά δουλειά εδώ, ή εκεί, ή οπουδήποτε. κι ωστόσο ν' απορώ με τη σκέψη ότι είμαι εδώ με κάποιον τρόπο, κι όλοι με παραβλέπανε ώσπου έγινα το πλάσμα που είμαι! Θα πρέπει να είναι περίεργο, όχι μονάχα να μου λένε ότι με το ζόρι είμαι άνθρωπος (όπως τότε που πήγα εθελοντικά για μάρτυρας), αλλά να το νιώθω και μοναχός μου μια ζωή! Να βλέπω τ' άλογα, τα σκυλιά, τα βόδια να με προσπερνάνε και να ξέρω πως είμαι όμοιός τους στην άγνοια, δεν ανήκω στα ανώτερα όντα που 'χουνε τη μορφή μου, προσβάλλω τις ευαισθησίες τους! Οι αντιλήψεις του Τζο για μία Δίκη, ή έναν Δικαστή, ή έναν Επίσκοπο, ή μία Κυβέρνηση, ή για εκείνο το ανεκτίμητο  κόσμημα γι' αυτόν (αν το ήξερε), το Σύνταγμα, πρέπει να είναι παράξενες! Όλη η υλική και άυλη ζωή του είναι υπέροχα παράξενη. κι ο θάνατός του, το πιο παράξενο από τα παράξενα."




Σημειώσεις: Το απόσπασμα είναι από τον Α' τόμο του  Ζοφερού Οίκου του Κ.Ντίκενς που γράφτηκε το 1852. Η  ανάγνωση βέβαια έχει προχωρήσει αρκετά πιο κάτω από το κεφ.15 απ' όπου αντέγραψα το παραπάνω και με έκπληξη διαπιστώνω το πόσο όμορφο είναι το κείμενο. Περισσότερες λεπτομέρειες, όμως, θα γράψω αργότερα. Η φωτογραφία δείχνει ένα από τα πολλά graffiti του Bansky  που φιλοτέχνησε στους δρόμους του Λονδίνου το 2010. Τα συμπεράσματα δικά σας...

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013









Kid - Cat


Αν και είμαι περισσότερο υπέρ των σκύλων και οτιδήποτε σχετίζεται μ' αυτούς, δεν μπορούσα, στην κυριολεξία, να αφήσω από τα χέρια μου το απολαυστικό "Το εγχειρίδιο Πρακτικής Γατικής του Γερο-Πόσουμ" (δίγλωσση έκδοση, Άγρα, 2005) - ένα βιβλίο ποίησης εντελώς αντίθετο από εκείνα που συνήθιζε να γράφει ο T.S.Eliot. Και τι άλλο θα μπορούσε να είναι τόσο αντίθετο από τους  βαρύτιμους και σοβαρούς στίχους του νομπελίστα ποιητή παρά η nonsense verse; Θα συνέχιζα την ανάρτηση εξηγώντας με λεπτομέρειες τις τεχνικές, τους συμβολισμούς και τις υπέροχες λεξιπλαστικές και παιγνιώδεις ικανότητες του ποιητή που εμπεριέχονται στο συγκεκριμένο έργο αλλά το εισαγωγικό σημείωμα των ευφάνταστων μεταφραστών που έκαναν την απόδοση του βιβλίου, Παυλίνας Παμπούδη και Γιάννη Ζέρβα,  είναι ιδιαίτερα κατατοπιστικό. Εκτός αυτού, όμως, θα σας χαλούσα την διάθεση - "Το εγχειρίδιο..." είναι από τις περιπτώσεις που οι στίχοι μιλούν από μόνοι τους κι ένας εξοικειωμένος αναγνώστης μπορεί πολύ εύκολα να κατανοήσει την πνευματώδη σάτιρα. Αυτό τώρα ήταν για μένα ένα μικρό πρόβλημα (φαντάζομαι και για αρκετούς από εσάς που αφήνεστε στην γοητεία της ανάγνωσης) καθώς αναγκάστηκα να πνίγω το επίμονο, παιδικό λες, γέλιο μου για να μπορέσω να προχωρήσω στο κάθε επόμενο  ποίημα. Τα ασπρόμαυρα σκίτσα του Edward Gorey που εικονογραφούν τους στίχους μοιάζουν ιδανικό κι αναπόσπαστο συμπλήρωμα της συγκεκριμένης ποιητικής του Αμερικανού. Ιδού ένα μικρό απόσπασμα:



ΠΩΣ ΑΠΟ-ΚΑΛΟΥΜΕ ΤΙΣ ΓΑΤΕΣ

Αφού διαβάσατε λοιπόν για Γάτων τόσα είδη
Ίδια με μένα άποψη θα σχηματίσατε ήδη:
Δεν ωφελεί, δεν γίνεται κανείς να προσπαθήσει
Τη φύση αυτού του πλάσματος να την κατανοήσει.
Ξέρετε τώρα αρκετά, να το παραδεχτείτε
Και πόσο μοιάζουνε με μας μπορείτε να το δείτε
Με σας, με μένα και μ' αυτούς που δίπλα μας περνάνε
Που είναι όλοι αλλιώτικοι κι άλλα μυαλά φοράνε:
Υπάρχουν Γάτοι γνωστικοί, υπάρχουν και τρελάρες
Γάτοι αξιοσέβαστοι και γάτοι σαχλαμάρες
Άλλοι καλοί, άλλοι κακοί - μα όλοι, με αξία
Και όλοι επιδέχονται ομοιοκαταληξία.
Κι αν τώρα μάθατε πολλά, ονόματα, συνήθειες,
Πως παίζουν, πως εργάζονται, κι άλλες μικρές αλήθειες,
Έχουμε κάτι βασικό ακόμα να σκεφτούμε:
          Πως είναι πρέπον τα Γατιά να τα απο-καλούμε;
 

(...)

Στις γάτες ένα τυπικό πρέπει ν' ακολουθούμε:
Εάν δεν μας μιλήσουνε να μην τις ενοχλούμε.
Σαφώς, όχι υπερβολές, γιατί, ό,τι και να πείτε,
Κάποια μικρή προσφώνηση πάντοτε απαιτείται.
Μα η Γάτα οικειότητες πολλές δεν αγαπάει
Κι αυτό δεν επιτρέπεται κανείς να το ξεχνάει.
Εγώ, π.χ., αν Γάτα δω, ευθύς -θέλω δεν θέλω-
Ευγενικά θα υποκλιθώ βγάζοντας το καπέλο.
Θα την αποκαλέσω δε, κομψά και κυριλάτα
Προσεχτικά, λακωνικά - πολύ απλά,  "Ω ΓΑΤΑ!"
Αν τύχει όμως  κι είν' καμιά Γάτα γειτόνισσά μου
Που συναντιόμαστε συχνά μπρος στο διαμέρισμά μου,
Θάρρος θα έχω σχετικό και ίσως να τολμήσω
"ΚΑΛΩΣ ΤΗ ΓΑΤΑ" να της πω και να την προσφωνήσω.
Βέβαια έχω ακουστά ότι τη λεν Εσπρέσσο
Μα είν' νωρίς με τ' όνομα να την απο-καλέσω.

Μια Γάτα πριν καταδεχτεί φίλους της να σας κάνει
Θέλει ένα δείγμα ιπποτισμού, κάτι να τη γλυκάνει:
Μια προσφορά εκτίμησης, όπως λίγη κρεμούλα
Πίτα Στρασβούργου εκλεκτή, ψητό ή γαλοπούλα.
Κάτι του γούστου  της κανείς πρέπει να την τρατάρει,
Λίγο πατέ ή σολομό, ή μια μπουκιά χαβιάρι.
(Γνωρίζω κάποια Γάτα εγώ που άλλο μεζέ δεν θέλει
Και τίποτα δεν δέχεται εκτός από κουνέλι.
Δώσ' της  κουνέλι  και θα δεις, θα γλείφει τα μουστάκια
Κι όλη τη σάλτσα θα τη φάει κι όλα τα κρεμμυδάκια)
Λοιπόν όταν σ' απόσταση μια Γάτα σας κρατάει
Τον εαυτό της σέβεται και σέβας σας ζητάει.
Κι αν έμπρακτα το δείξετε πάτε με τα νερά της,
Θα την απο-καλέσετε τέλος με τ' όνομά της!

Έτσι είναι τα πράγματα, να το παραδεχτείτε,
Τις Γάτες με ευπρέπεια πρέπει ν' απο-καλείτε.







(Πίσω στον Ντίκενς, τώρα.)






Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013








Wish me luck!




Είναι από εκείνες τις στιγμές που νιώθω σαν πρωτάρα - φοβερή ένταση κι ανυπομονησία κι έξαψη μαζί με μία μεγάλη επιφύλαξη -έως φόβο θα έλεγα- κάπου βαθιά κρυμμένα μέσα μου, για το αν θα μπορέσω να καταφέρω τις 1405 σελίδες του πολυδιάστατου "Ζοφερού Οίκου"  του Charles Dickens με τη μία... 





Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013









We live, but we do not 
feel the land beneath us

Osip Mandelstam





Για πολλές μέρες τριγύριζα στα χέρια μου το "Χίλιες και δύο νύχτες" (μτφρ. από τα γερμανικά Γιώργος Δεπάστας, Ολκός, 2012) μην ξέροντας τι να κάνω - δεν ήθελα να το διαβάσω λόγω του τίτλου του που παραπέμπει ευθέως στη γνωστή συλλογή παραδοσιακών ιστοριών της αραβικής λογοτεχνίας, κάτι με το οποίο δεν είχα καθόλου διάθεση να ασχοληθώ. Από την άλλη, κάτι με ωθούσε συνεχώς να το αγγίζω. Το πολλαπλό φυλλομέτρημα με μπέρδευε ακόμη περισσότερο. Τελικά, εμπιστεύτηκα το όνομα και την εξαιρετική γραφή του Joseph Roth, ενός από τους κορυφαίους κεντροευρωπαίους πεζογράφους, κι έτσι βρέθηκα να διαβάζω ένα μικρό, θαυμάσιο, έπος της Αυστρο-Ουγγρικής Αυτοκρατορίας και των ανθρώπων της. Ή μάλλον, των υπηκόων της.

Η αφήγηση ξεκινά με τον Σάχη της Περσίας να ανησυχεί για την υγεία του - νομίζει πως είναι βαριά άρρωστος γιατί δεν μπορεί να απολαύσει τίποτα στη ζωή του. Ο αρχιευνούχος του, Πατομίνος, τού προτείνει ένα μακρινό ταξίδι στην εξωτική Αυστρία γιατί "οι Μωαμεθανοί είχαν πάει εκεί πριν από πολλά χρόνια." Με την άφιξη του Σάχη στη Βιέννη, παρατίθεται χορός όπου παρευρίσκεται όλη η αριστοκρατία της πόλης. Εκεί, ο Σάχης διακρίνει την όμορφη κόμισσα Β. και, συνηθισμένος όπως είναι από τα ήθη της πατρίδας του, ζητά την συντροφιά της για τη νύχτα. Οι Αυστριακοί, μη θέλοντας να δυσαρεστήσουν τον Σάχη αλλά ούτε και να του εξηγήσουν -ποιός ο λόγος άλλωστε αφού ο Σάχης αδυνατεί να καταλάβει;- ψάχνουν απελπισμένοι μια λύση.

Bασική μορφή του μυθιστορήματος είναι ο ίλαρχος βαρώνος Τάιτινγκερ ο οποίος είχε στο παρελθόν μια σύντομη σχέση με την κόμισσα Β. πριν εκείνη παντρευτεί τον κόμη. Όταν η σχέση τους έληξε, ο Τάιτινγκερ βρήκε παρηγοριά στην νεαρή Μίτσι Σίναγκλ η οποία έμοιαζε εκπληκτικά με τη κόμισσα. Και τούτη η σχέση, όμως, έληξε άδοξα, όπως είναι άλλωστε φυσικό για τον επιπόλαιο χαρακτήρα του Τάιτινγκερ, παρά το παιδί που απέκτησαν. Ο Τάιτινγκερ, ωστόσο, σε μια κίνηση αβροφροσύνης, φρόντισε να εξασφαλίσει την Μίτσι ανοίγοντάς της ένα μαγαζί με ψιλικά και συστήνοντάς της στην κυρία Μάντσερ, στο σπίτι της οποίας η κοπέλα θα δουλέψει ως πόρνη. Οι δυό τους θα συνεχίσουν να διατηρούν μία τυπικά φιλική, κοινωνική, σχέση. Έτσι, όταν  βρεθεί στην πιο πάνω απόγνωση, ο ίλαρχος Τάιτινγκερ, με αρμοδιότητα τις ειδικές ανάγκες, θα προτείνει ως αντικαταστάτρια της κόμισσας την Μίτσι Σίναγκλ. 

Η νύχτα περνά και την επόμενη μέρα ο Σάχης, για να εκφράσει τις ευχαριστίες του, χαρίζει στην Μίτσι ένα πολύτιμο κολιέ μαργαριταριών. Αυτό το κολιέ θα είναι ουσιαστικά η αρχή της περιπέτειας και των δύο (του Τάιτινγκερ και της Μίτσι). Καθόλου τυχαία, λοιπόν, που ο Άγγλος μεταφραστής του βιβλίου  το επέλεξε ως τίτλο του παραβαίνοντας το πρωτότυπο - προσωπικά το βρίσκω πολύ επιτυχημένο τόλμημα καθώς δίνει έναν γήινο, πραγματιστικό τόνο στο μυθιστόρημα.   Η Μίτσι θα πουλήσει το κολιέ κι αυτό θα της δώσει  μεγάλη οικονομική άνεση και την ευκαρία να αλλάξει τη ζωή της - θα σταματατήσει να δουλεύει στο σπίτι της κυρίας Μάντσερ, θα μετακομίσει σε μια πολύ καλύτερη συνοικία και θα αποκτήσει κοινωνικές σχέσεις με άτομα των ανωτέρων τάξεων. Ωστόσο, η αλλαγή αυτή θα είναι επιφανειακή - η Μίτσι θα κλείσει το παιδί της εσωτερικό στο πρώτο σχολείο που θα της υποδείξουν, θα γίνει παθιασμένη παίκτρια στοιχημάτων στον ιππόδρομο, θα συνεχίσει να βλέπει ξένους άντρες, επιλεκτικά όμως τώρα, και θα εμπιστευτεί τα λεφτά της σ' έναν από αυτούς, τον Φραντς Λισάουερ, για να τα επενδύσει σε μια αίωλη επιχείρηση πώλησης δαντέλας Βρυξελλών. Η επιχείρηση φυσικά θα πέσει έξω και η Μίτσι θα καταλήξει στην φυλακή.
 

Σε όλο αυτό το διάστημα, ο Τάιτινγκερ συνεχίζει απτόητος τον τρυφηλό βίο του. Κάποια στιγμή θα νιώσει τύψεις για την κατάσταση της Μίτσι και του παιδιού του κι αυτό θα τον κάνει να αρχίζει να την επισκέπτεται  στη φυλακή και να της συμπαραστέκεται. Όταν η Μίτσι αποφυλακίζεται θα κάνουν συχνή παρέα και ο Τάιτινγκερ θα την εξασφαλίσει οικονομικά και πάλι αγοράζοντάς της, αυτή τη φορά, ένα μερίδιο του Μεγάλου Βιοσκόπιου του Κόσμου, ενός χώρου κέρινων ομοιομάτων που παρουσιάζει ιστορικά θεματικές εκθέσεις. Εκείνη την περίοδο, ένας μίζερος φτωχοδιάβολος που κάνει τον δημοσιογράφο θα μάθει την ιστορία τους και θα εκβιάσει τον Τάιτινγκερ αποσπώντας του ένα αρκετά μεγάλο χρηματικό ποσό. Ο δημοσιογραφίσκος αυτός θα βγάλει, τελικά, την ιστορία στην εφημερίδα, σε μια σειρά άρθρων με παραλλαγμένο τίτλο και ονόματα. Όλοι, όμως, γνωρίζουν σε ποιούς αναφέρονται κι έτσι, όταν τα δημοσιεύματα φτάσουν στα χέρια του διοικητή του Τάιτινγκερ, εκείνος θα τον αποστρατεύσει από το Ιππικό με συνοπτικές διαδικασίες. Ο Τάιτινγκερ θα χάσει την σιγουριά του Στρατού και θα αναγκαστεί για πρώτη φορά στη ζωή του να αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του. Κι όχι μόνον αυτό. Το υποστατικό του, που έχει χρόνια να επισκεφτεί, καταρρέει ενώ παράλληλα πληροφορείται από τον έμπιστο και συνετό Τσένοβερ πως δεν του έχουν απομείνει χρήματα  ούτε για μια απλή επισκευή. Η απότομη γείωση του Τάιτινγκερ θα τον καταβάλλει - αποκόβεται από τους παλιούς γνώριμούς του και προσπαθεί να ενσωματωθεί στο νέο του περιβάλλον χωρίς όμως καμμία απολύτως επιτυχία. Η άρνηση του Πεζικού δε, να εξετάσει την αίτησή του για επαναστράτευση  στο Σώμα, θα τον οδηγήσει στο τέλος του.  



Γεννημένος στην μικρή πόλη Μπρόντυ, στο ανατολικό άκρο της Αυστρο-Ουγγρικής Αυτοκρατορίας, ο  Moses Joseph Roth μεγάλωσε με την μητέρα του και τους εύπορους γονείς της καθώς ο πατέρας του εξαφανίστηκε πριν ακόμη αυτός γεννηθεί. Εγκατέλειψε τις σπουδές του που κατευθύνονταν με επιτυχία σε μια ακαδημαϊκή καριέρα, για να υπηρετήσει τον αυτοκρατορικό στρατό και κατόπιν αφοσιώθηκε στην δημοσιογραφία όπου και διέπρεψε - ο Ροτ ήταν από τους πιο επιφανείς και καλοπληρωμένους δημοσιογράφους της εποχής. Η μακρόχρονη θητεία του στο επάγγελμα που δεν έπαψε ποτέ να εξασκεί, τον εκπαίδευσε στην μικρή φόρμα του βιεννέζικου feuilleton, δηλαδή του σύντομου δημοσιογραφικού άρθρου, κι αυτό είναι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του έργου του - στο "Χίλιες και δύο νύχτες" το μυθιστόρημα είναι διαρθρωμένο σε 34 σύντομα κεφάλαια όπου η πλοκή δεν καθυστερεί καθόλου: οι μικρές προτάσεις και οι αναπάντεχες μεταφορές και παρομοιώσεις είναι εξαιρετικά δουλεμένες εμπεριέχοντας έναν λυρισμό άψογα τιθασευμένο κι αυτό δίνει ζωηρό ρυθμό στην αφήγηση. Τούτος ο τρόπος γραφής του Ροτ τον ενέταξε στο πρωτοποριακό για την εποχή ρεύμα της Νέας Αντικειμενικότητας αλλά εκείνος δεν το αποδέχτηκε - οι εκφραστές του ρεύματος απέρριπταν την προσωπική εμπλοκή και τους συναισθηματισμούς στην περιγραφή των γεγονότων καθώς και τον ρομαντικό ιδεαλισμό ενώ στα έργα του ο Ροτ  διαχέει μία έντονη νοσταλγία  για την Αυτοκρατορία και το χαμένο μεγαλείο της. Ωστόσο, κι αυτό είναι αξιοθαύμαστο, δεν παρασύρεται σε μελοδραματισμούς  και χρησιμοποιεί πάντοτε καθαρές γραμμές - ετούτη η άρνησή του να εισέλθει στην νέα εποχή και να πειραματιστεί με την γλώσσα και την μορφή των μυθιστορημάτων του καθώς και με τις πρωτοπορίες που εμφανίζονταν καθημερινά, π.χ. η εξερεύνηση του υποσυνειδήτου, ο αισθητισμός, κ.λπ. είναι εντέλει η επιλογή του να συνεχίσει να αφηγείται ιστορίες.

Το πρώτο -ατελές- μυθιστόρημα του Γιόζεφ Ροτ δημοσιεύεται σε συνέχειες το 1923 ενώ τον επόμενο χρόνο θα δημοσιευτεί το όμορφο "Hotel Savoy". Παρόλο που εξακολουθεί να εργάζεται ως δημοσιογράφος και να πίνει επικίνδυνες ποσότητες αλκοόλ, θα ακολουθήσουν κι άλλα πεζογραφήματα που θα του προσδώσουν μια μικρή αναγνωρισιμότητα. Η πραγματική αναγνώριση θα έρθει οκτώ μυθιστορήματα μετά, με την δημοσίευση του "Job" (1930) και του αμέσως επόμενου "Το Εμβατήριο Ραντέτσκυ" (1932) που θεωρείται το αριστούργημά του. Ένα χρόνο αργότερα, διαβλέποντας την άνοδο του φασισμού και τις συνέπειες που θα είχε αυτό για τους συγγραφείς και τα βιβλία, ο Ροτ εγκαταλείπει την Γερμανία απ' όπου έστελνε ανταποκρίσεις εκείνη την περίοδο κι επιλέγει το Παρίσι ως μόνιμη κατοικία του.  Λίγο αργότερα, θα γράψει στον φίλο του, τον Αυστριακό Stefan Zweig: "Θα έχεις συνειδητοποιήσεις μέχρι τώρα πως οδεύουμε προς μεγάλες καταστροφές. Εκτός από την ιδιωτική μας ζωή - η λογοτεχνική και η οικονομική μας ύπαρξη έχουν καταστραφεί - όλα οδηγούν σ' έναν νέο πόλεμο. Δεν ποντάρω δεκάρα στις ζωές μας. Πέτυχαν να εγκαθιδρύσουν ένα βασίλειο βαρβαρότητας. Μην γελιέσαι. Η κόλαση βασιλεύει."   

Η αποτυχία και η ατίμωση φαίνεται πως ελκύουν ιδιαίτερα τον Αυστρο-Ούγγρο συγγραφέα, άνθρωπο που φέρει ανοιχτές πληγές μέσα του. Ο ίδιος έχει πει πως  η συμμετοχή του στον ΠΠΠ και η κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Αψβούργων -που τον άφησε κυριολεκτικά άπατρι κι ανέστιο- ήταν οι πιο έντονες εμπειρίες της ζωής του, κάτι που είναι ολοφάνερο στα έργα του. Ωστόσο, και η ανατολική (δλδ υποδεέστερη σε σύγκριση με εκείνη της δυτικής Αυστρο-Ουγγαρίας, δλδ ανώτερη) εβραϊκή του ταυτότητα, και η σχιζοφρένεια της συζύγου του τον επηρρέασαν βαθύτατα ενώ η δύσκολη σχέση πατέρα-γιου επανέρχεται ξανά και πάλι σε όλα σχεδόν τα έργα του - στο "Χίλιες και δύο νύχτες" ο υπερφίαλος Τάιτινγκερ αδιαφορεί πλήρως για το παιδί του με αποτέλεσμα αυτό να γίνει παραβατικό, άξεστο, ενοχλητικά άσχημο και μόνιμα νόθο.  Οι υπόλοιποι χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι εξίσου χαρακτηριστικοί της εποχής και των εμμονών του Ροτ - η  Γιοσεφίνα Μάντσερ, η επαγγελματίας προαγωγός της Μίτσι, γερνάει μόνη της με το φόβο της φτώχειας, οι λαϊκοί φίλοι της Μίτσι, η συγκρατούμενή της στη φυλακή Μαγκνταλένε Κρόυτσερ και ο γιγάντιος φίλος της Ίγκνατς Τρούμερ, προσπαθούν με τον γκροτέσκο τρόπο τους να δουλέψουν και να βγάλουν χρήματα. Ο Λάτσικ εκθέτει τις ζωές ανθρώπων στον κίτρινο τύπο της εποχής καταστρέφοντάς τους χωρίς τύψεις και ο τυχοδιώκτης Φρανς Λισάουερ την γλιτώνει σε βάρος άλλων. 

Ετούτο είναι το τελευταίο βιβλίο που έγραψε ο Γιόζεφ Ροτ το 1939 κι ενώ ο αλκοολισμός του τον είχε καταρρακώσει. Ωστόσο, αποδίδει την πορεία του Τάιτινγκερ και των υπόλοιπων χαρακτήρων  από την ακμή έως την εξαθλίωση με τόσο λεπτεπίλεπτο τρόπο που αναιρεί τον σκληρό ρεαλισμό των καταστάσεων που περιγράφει - σαν η χρυσή, μελαγχολική αχλή που εκλύει η ζωγραφική του Κλιμτ να καλύπτει την ντικενσιακή πατίνα του κειμένου. Η μετάφραση του μυθιστορήματος είναι πολύ προσεγμένη, όμως, παρά την εξαιρετική γραφή του ο  Ροτ, εδώ,  θυμίζει ευθέως την γραφή της Μαρίας Ιορδανίδου - δεν σου προσφέρει κάτι περισσότερο από την πληθώρα εικόνων που διαβάζεις. Και είναι πραγματικά κρίμα γιατί ενώ  θα μπορούσε να είναι μια υπέροχη κοινωνικο-πολιτική κριτική, το "Χίλιες και δύο νύχτες" παραμένει ένα απολαυστικό παραμύθι.









Σημειώσεις: Η επιστολή του Γιόζεφ Ροτ προς τον Στέφαν Τσβάιχ που αναφέρω πιο πάνω, γράφτηκε τον Φεβρουάριο 1933 κι ενώ ο Χίτλερ είχε ήδη ανέβει στην εξουσία. Η φρικιαστική επαλήθευση του προαισθήματος που εκφράζει ο Γ.Ροτ άρχισε λίγους μήνες αργότερα, στις 10 Μαΐου -σαν τρεις μέρες πριν-, όταν οι Ναζί επιδώθηκαν σε μαζική καύση βιβλίων στην Γερμανία. Ο τίτλος της ανάρτησης προέρχεται από το "Stalin epigram" ένα σατυρικό, και ιδιαίτερα επικριτικό για τον "Ορεσίβιο του Κρεμλίνου" (βλ. Στάλιν), ποίημα, το οποίο ο Mandelstam διάβαζε μόνο σε μικρές ιδιωτικές συγκεντρώσεις με φίλους. Λέγεται πως ήταν η αιτία να συλληφθούν ο ίδιος και η οικογένεια της Άννας Αχμάτοβα με την οποία ο Ρώσος ποιητής διατηρούσε τότε σχέση. Το εικαστικό θέμα είναι ένα κολάζ, το "Idole", του σύγχρονου Λευκορώσου  καλλιτέχνη Andrey Sokolov ενώ το πορταίτο του Γιόσεφ Ροτ σχεδιάστηκε από τον φίλο του Mies Blomsma το 1938 κι αντλήθηκε από εδώ.

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013











Απόψε το Μεσημέρι
Ένα Ποίημα του Έιντριαν Χένρυ





Απόψε το μεσημέρι
Σούπερ μάρκετ θα προβάλλουν 3 πέννες αύξηση στα πάντα
Απόψε το μεσημέρι
Παιδιά ευτυχισμένων οικογενειών θα σταλούν να μείνουν σε ίδρυμα
Ελέφαντες θα λένε μεταξύ τους ανέκδοτα με ανθρώπους
Η Αμερική θα κηρύξει ειρήνη στη Ρωσσία
Στρατηγοί του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου θα πουλούν παπαρούνες στους δρόμους την 11η Νοεμβρίου
Οι πρώτοι ασφόδελοι του φθινοπώρου θα ξεπροβάλλουν
Όταν τα φύλλα πέσουν πάνω στα δέντρα

Απόψε το μεσημέρι
Περιστέρια θα κυνηγούν τις γάτες στις αυλές της πόλης
Ο Χίτλερ θα μας διατάξει να πολεμήσουμε στις αμμουδιές και στα πεδία απόβασης
Ένα τούνελ γεμάτο νερό θα χτιστεί κάτω από το Λίβερπουλ
Γουρούνια θα δούμε να πετούν σε σχηματισμό πάνω απ΄το Γούλτον
Και ο Νέλσον θα αποκτήσει και πάλι όχι μόνο το μάτι του αλλά και το χέρι του επίσης
Λευκοί Αμερικανοί θα διαδηλώσουν για ίσα δικαιώματα
Μπροστά στον Μαύρο Οίκο
Και το τέρας θα έχει μόλις πλάσει τον Δρ.Φρανκενστάιν

Κορίτσια με μπικίνι λιάζονται στο φεγγαρόφωτο
Λαϊκά τραγούδια ακούγονται από τον πραγματικό λαό
Γκαλερί τέχνης απαγορεύουν την είσοδο σε άτομα άνω των 21
Ποιητές βλέπουν τα ποιήματά τους στο Τοπ 20 των ευπώλυτων
Υπάρχουν δουλειές για όλους αλλά κανείς δεν τις θέλει
Στ' απόμερα σοκάκια παντού έφηβοι εραστές φιλιούνται κάτω απ'τον δυνατό ήλιο του μεσημεριού
Σε ξεχασμένα νεκροταφεία παντού οι νεκροί θάβουν σιωπηλά τους ζωντανούς
και
Εσύ θα μου πεις πως μ' αγαπάς
Απόψε το μεσημέρι.  





Tonight at Noon
A Poem by Adrian Henri


Tonight at noon
Supermarkets will advertise 3p extra on everything
Tonight at noon
Children from happy families will be sent to live in a home
Elephants will tell each other human jokes
America will declare peace on Russia
World War I generals will sell poppies on the street on November 11th
The first daffodils of autumn will appear
When the leaves fall upwards to the trees

Tonight at noon
Pigeons will hunt cats through city backyards
Hitler will tell us to fight on the beaches and on the landing fields
A tunnel full of water will be built under Liverpool
Pigs will be sighted flying in formation over Woolton
And Nelson will not only get his eye back but his arm as well
White Americans will demonstrate for equal rights
In front of the Black house
And the monster has just created Dr. Frankenstein

Girls in bikinis are moonbathing
Folksongs are being sung by real folk
Art galleries are closed to people over 21
Poets get their poems in the Top 20
There's jobs for everybody and nobody wants them
In back alleys everywhere teenage lovers are kissing in broad daylight
In forgotten graveyards everywhere the dead will quietly bury the living
and
You will tell me you love me
Tonight at noon










Σημειώσεις: Το ποίημα αντλήθηκε από το ιστολόγιο του αγαπητού Librofilo και η μετάφραση είναι δική μου. Αφορμή, η σημερινή έκλειψη ηλίου που ήταν ορατή στη Βόρεια Αυστραλία. Στην φωτογραφία έχει αποτυπωθεί η έκλειψη ηλίου της 21.05.2012 όπως φαινόταν από το Τόκυο. 

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013










Αυλαία



Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να καταλάβει πως το να είσαι και σκηνοθέτης και ηθοποιός είναι κάτι που συντονίζεται δύσκολα αν επιδιώκεις, βεβαίως, την αρτιότητα και την ισορροπία μιας θεατρικής παράστασης. Στο πρόσωπο του Λευτέρη Βογιατζή, όμως, πιστεύω πως οι δύο τούτες ιδιότητες είχαν βρει το ιδανικό εκμαγείο τους. Ωστόσο, από το 1982 που λειτούργησε η ΣΚΗΝΗ -η εταιρία θεάτρου που ίδρυσε ο ίδιος σε συνεργασία με άλλους έξι ηθοποιούς την προηγούμενη χρονιά- η ιδιότητα του σκηνοθέτη βάρυνε περισσότερο.  "Δεν είχα κανέναν λόγο να σκηνοθετήσω. Έγινε εκ των ενόντων. Είχαμε σκεφτεί κάποιον άλλον για τη Σκηνή. Μετά είπαμε, όμως, πώς θα μας σκηνοθετήσει κάποιος που δεν μας ξέρει; Κάπως έτσι έγινε κι έπεσα στα βαθιά. Αναγκάστηκα, δηλαδή, να δεχτώ κάτι που συνέβαινε. Από τότε είχα τον εαυτό μου ως ηθοποιό σε δεύτερη μοίρα, παρότι υπήρχαν στιγμές που απελευθερωνόταν ο ηθοποιός κι είχε κάποιες καλές στιγμές." 

Γιατί, όμως, εγώ θυμάμαι μία από τις άλλες; Ήταν στην "Αντιγόνη" του Σοφοκλή, την πρώτη του σκηνοθετική ενασχόληση με την αρχαία τραγωδία.  Ήμουν εκεί όταν η πιο πολυαναμενόμενη παράσταση της χρονιάς έριχνε την αυλαία στο Φεστιβάλ Επιδαύρου το καλοκαίρι του 2006 και λίγο αργότερα, έγραψα σ' ένα σχετικό άρθρο μου στην τοπική εφημερίδα πως ήταν  "ανέτοιμος  υποκριτικά για τον ρόλο του Κρέοντα". Μα δεν ήταν μια τόσο απλή διαπίστωση διότι στη σκηνή όπου ο Βασιλιάς Κρέοντας θρηνεί τον νεκρό γιο του "ο  Λευτέρης Βογιατζής  δίνει ωστόσο τον  πιο συγκλονιστικό σπαραγμό του – κορυφαία σκηνή του έργου που χαράζεται στη μνήμη."  Δεν ξέρω πως συνδυάζεται αυτό το "ανέτοιμος υποκριτικά" με τον συγκλονιστικό σπαραγμό του ρόλου του, ξέρω όμως ότι ο Λευτέρης Βογιατζής  τολμούσε να συνταιριάζει τα αταίριαστα κι αυτό, βλέπετε, απαιτεί τεράστιο ψυχικό μόχθο. Αυτός ήταν, τελικά - ο άνθρωπος του (θεατρικού) μόχθου.

Ήταν όμως, κατά κοινή ομολογία εκείνων που τον είχαν γνωρίσει από κοντά, και τελειομανής. "
Η τελειομανία είναι συχνά κάτι στείρο. Γι’ αυτό δεν είναι σωστή λέξη γι’ ανθρώπους που πραγματικά επιθυμούν να προχωρήσουν. Αλλά έχει όντως αρχίσει να καταντάει κάτι αρνητικό, ενώ είναι θετικότατο." Κάποια στιγμή, βέβαια, αρνήθηκε την προσήλωσή του  στην απόδοση της λεπτομέρειας αλλά το αποτέλεσμα πάντοτε τον διέψευδε με τους πιο περίεργους τρόπους. Για την Αντιγόνη του, έγραψα τότε: "Όλα λειτούργησαν προς τέρψιν του κοινού. Πάντα σε εγρήγορση, ο Λευτέρης Βογιατζής σχεδιάζει να συμπεριλάβει  κι άλλα, ιδιαίτερα στοιχεία στην παράσταση που θα επαναληφθεί και του χρόνου. Το μόνο στοιχείο όμως που του ξέφυγε από το πλάνο και συμμετείχε  αυθαίρετα  στην φετινή παράσταση ήταν ένας κούκος. Έκρωζε  ρυθμικά στην εισαγωγή, προμηνύοντας το αποτέλεσμα - η παράσταση αυτή του Λευτέρη Βογιατζή και των συνεργατών του  ήταν  πράγματι ένας κούκος που έφερε την άνοιξη στην ορχήστρα της αρχαίας Επιδαύρου και στις αρχαιοπρεπείς ερμηνείες."

Αυτό και μία εντελώς sui generis, έμψυχη λάμψη.







Σημείωση: Η φωτογραφία ανήκει στον Γιώργο Τριανταφύλλου και είναι από τον "Αμφιτρύωνα" του Μολιέρου που ανέβασε ο Λ.Β. το καλοκαίρι 2012 στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου από το Εθνικό Θέατρο. Απεικονίζει το ανέμισμα της αυλαίας όταν έπεφτε...

Κυριακή, 5 Μαΐου 2013









Ευχές 

για



Καλό Πάσχα!









Σημείωση: Το εικαστικό θέμα είναι δημιουργία παιδιού από τα αρχεία του ΜΕΠΤ.

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013









«Σήμερον κρεμάται 
επί ξύλου…»

 


And did you get what
you wanted from this life, even so?
I did.
And what did you want?
To call myself beloved, to feel myself
beloved on the earth.



Raymond Carver 









Σημείωση: Ο πίνακας είναι μια σπουδή Αρχαγγέλου του Νικολάου Γύζη για την "Θεμελίωση της Πίστεως" .

Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013








Ω, γλυκύ μου έαρ


 

Πρέπει να διασχίσουμε ξανά την σιωπή
πρέπει ξανά παράφορη αγάπη να ορκιστούμε
να συνεχίσουμε μονάχοι την παράσταση
πρέπει να πιούμε απ ' την αρχή όλο το πέλαγος
και με δικά μας έξοδα να προχωρήσουμε
φωνάζοντας απελπισμένα ονόματα
στη νύχτα, στη σιγή, μέσα στους κήπους, στον αέρα

καρπολύπη, πυρασθένη,
φυγονόη, κραυγαλή, ευρυελία

πρέπει ακόμη μια φορά ν' ανέβουμε στα κάστρα
ν' ανατινάξουμε το σήμερα
και να σκορπίσει άστρα.








Σημείωση: Το ποίημα είναι του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου από την πρόσφατη ποιητική συλλογή του Γράμματα σ' έναν πολύ νέο ποιητή (Πόλις, 2012). Έχει τίτλο "Μέσα στους κήπους".  Πολύ καλό μήνα!