Δευτέρα 7 Απριλίου 2014












Η Νταρίνα στον Άδη



Επικίνδυνες ασκήσεις ισορροπίας ανάμεσα στην πραγματικότητα και στις τυραννικές επιθυμίες είναι το "Η μέρα που η Νίνα Σιμόν σταμάτησε να τραγουδά" (μτφρ. Αθηνά Μαροπούλου - Ποταμός, 2013). Πρόκειται για την αντισυμβατική αυτοβιογραφία της 46χρονης σήμερα ηθοποιού και συγγραφέως Νταρίνα Αλ-Τζουντί που σε αφήνει άναυδο με την σφοδρότητά της και προκαλεί από την πρώτη κιόλας λέξη της: "Κλείστε αυτό το κωλοκοράνι!
        Δεν ξέρω γιατί έβαλα τις φωνές. Έπρεπε όμως να φωνάξω για να μην αθετήσω την υπόσχεση που είχα δώσει στον πατέρα μου: να μην αφήσω κανέναν να διαβάσει το Κοράνι στην κηδεία του."


Πολιτικός πρόσφυγας, δημοσιογράφος, καθηγητής, άθεος, φιλελεύθερος και παθιασμένος μπον βιβέρ ο Σύριος πατέρας της Αλ Τζουντί  μεγαλώνει τις τρεις κόρες του στην Βηρυτό των αρχών της δεκαετίας 1970 με αυτές ακριβώς τις πεποιθήσεις. Η Νταρίνα θα είναι η μόνη που θα τις ακολουθήσει τόσο πιστά - δεν πιστεύει σε κανέναν Θεό, δεν συμμετέχει στα έθιμα, πίνει αλκοόλ  και καπνίζει τσιγάρο από τα οκτώ της κάτι που θα την οδηγήσει με μαθηματική ευκολία στο χόρτο. Είναι κοινωνική και δουλεύει ως ηθοποιός σε τηλεοπτικές σειρές επίσης από τα οκτώ της. Κι  ακούει συνεχώς Νίνα Σιμόν, μπλουζ, ροκ, Φεϊρούζ. Όταν ξεσπά ο πόλεμος είναι επτά χρονών και στα δέκα της, ξέρει να λύνει και να δένει Καλάσνικωφ με κλειστά μάτια. Κάποια στιγμή, η νεαρή τότε Νταρίνα θέλησε να καταταγεί στο στρατό γιατί δεν ήθελε απλώς να παρατηρεί τα θύματα. Ο πατέρας της τής "απαγορεύει" κάθε σχέση με το "φασιστικό στράτευμα" όπως το αποκαλεί και της συστήνει να καταταγεί στον Ερυθρό Σταυρό. Η Νταρίνα το κάνει κι αναλαμβάνει τα καθήκοντά της με ενθουσιασμό. Στην αρχή όμως, γιατί η συνέχεια δεν ήταν όπως την φανταζόταν - έπρεπε να τριγυρνά σε όλη την Βηρυτό και να αφαιρεί τις σφαίρες από τα σώματα των περαστικών που χτυπήθηκαν κατά λάθος από τους ακροβολιστές της PLO και να φροντίζει τα θύματα των σφαγών στην Σάμπρα και την Σατίλα"Δρομάκια και σπίτια γεμάτα πτώματα παιδιών, γυναικών και ηλικιωμένων, όλα τουμπανιασμένα απ' τη ζέστη. Οι γυναίκες τραβούσαν τα μαλλιά τους,  ούρλιαζαν, διηγούνταν στιγμιότυπα από τη νύχτα της σφαγής, τις φωτοβολίδες  των Ισραηλινών, την άφιξη μεθυσμένων και μαστουρωμένων Φαλαγγιτών, τη χαρά τους να κομματιάζουν ανθρώπους κολλώντας τους στον τοίχο, το βιασμό κοριτσιών μπροστά στα μάτια των οικογενειών τους. Είδα μια οικογένεια σσφαγιασμένη, τα οκτώ μέλη της ήταν δεμένα το ένα με το άλλο με αγκαθωτά σύρματα, το σύρμα χανόταν μες στη μελανιασμένη σάρκα τους. Οι άνθρωποι αναγνώριζαν  τους δικούς τους  απ' τα ρούχα, τόσο πολύ είχαν παραμορφωθεί. Έδινα κουράγιο στις γυναίκες τη στιγμή της αναγνώρισης. Έκλαιγα και ξερνούσα. Αυτό ξεπερνούσε την οργή, τη θλίψη, ακόμα και την τρέλα. Ένιωθα κι εγώ η ίδια σφαγμένη.  Αυτό που με φόβισε περισσότερο στη Σάρμπα δεν ήταν οι νεκροί, αλλά εκείνο που μπορούσε να διαβάσει κανείς  στα πρόσωπα των ζωντανών. Μόλις είχα κλείσει τα δεκατέσσερα."

Δεν χρειάζεται να γνωρίζει κανείς την κοινωνικοπολιτική ιστορία του Λιβάνου για να ακολουθήσει την περιπέτεια της Νταρίνα - η συγγραφέας δίνει αρκετά στοιχεία για το καθεστώς και την εξέλιξη της κοινωνικο-πολιτικής κατάστασης και τα λόγια της έχουν τόση αμεσότητα που μπαίνεις αμέσως στο κλίμα της χώρας του Άδη όπου καλούνται να συμβιώσουν άνθρωποι από 18 διαφορετικά δόγματα (τόσα είναι τα επισήμως
αναγνωρισμένα από το κράτος) για να υπερισχύσει τελικά η μισαλλοδοξία, ο φανατισμός και ο πόλεμος. Ακριβώς λόγω αυτής της αμεσότητας, η ιστορία της Νταρίνα Αλ Τζουντί διαβάζεται και ως ένα ημερολόγιο της παράλογης ιστορίας του Λιβάνου - από όαση κάθε Άραβα διανοούμενου, όπως αναθυμάται σχεδόν εκστασιασμένος ο πατέρας της, σε πεδίο μάχης όπου το νοσοκομείο αντικαθιστά την κεντρική πλατεία ως το μόνο μέρος συνάντησης φίλων και γνωστών.



Η αφήγηση ετούτη της Νταρίνα Αλ Τζουντί πριν από βιβλίο υπήρξε θεατρικός μονόλογος και υποθέτω από τους πιο επιτυχημένους - πάντα συγκινούν οι τραγωδίες των ανθρώπων. Το κείμενο σού μεταδίδει μια αίσθηση βαθιάς συγκίνησης που μετρατρέπεται σε αμηχανία καθώς οι φρικαλεότητες του πολέμου, η πλήρης περιφρόνηση για την ανθρώπινη ζωή, και πολύ περισσότερο εκείνη των γυναικών, έρχεται σε σύγκρουση με την άγρια χαρά για ζωής. Και η Νταρίνα Αλ Τζουντί, μεγαλωμένη όπως είναι να αψηφά κάθε πολιτιστική και θρησκευτική παράδοση της Αραβικής κοινωνίας, θα πληρώσει ακριβά το τίμημα της σύγκρουσης αυτής - όλος αυτός ο θανάτος γύρω της θα την εθίσει από την εφηβεία κιόλας στο ξέφρενο κυνήγι των απολαύσεων: σεξ, ναρκωτικά και αλκοόλ, ακόμη και σε περίοδο ειρήνης, όταν ήταν 21. Στα 15 της θα πέσει θύμα βιασμού, θα μείνει έγκυος και στην συνέχεια θα καταφύγει στην άμβλωση. Θα παντρευτεί δυο φορές, στην πρώτη από τις οποίες θα μείνει έγκυος και θα αποβάλλει εξαιτίας της βιαιότητας του συζύγου της. Θα κοιμηθεί με πολλούς άλλους άντρες και μία γυναίκα. Θα παίξει ρώσικη ρουλέτα (την αυθεντική, ξέρετε, με τις σφαίρες στον  περιστρεφόμενο μύλο του όπλου) και θα καταλήξει με τα μαλλιά της γεμάτα με τον εγκέφαλο του φίλου της. Παρ'όλα αυτά δεν θα πάψει να κυνηγά την πληρότητά της με την ίδια ένταση κι επαναληπτικότητα - σαν να ενσάρκωνε το Sinnerman, το αγαπημένο τραγούδι του πατέρα της, σε λούπα.

Η έντονη προφορικότητα του κειμένου και η μουσικότητά του σε παρασύρουν - γελάς με τις αυθόρμητες, παιδικές σκέψεις κι αντιδράσεις της Νταρίνα και ανατριχιάζεις με τις κτηνωδίες που συμβαίνουν. Όπως και με τις στιγμές της σκληρής συνειδητοποίησης. "Οι γυναίκες που έβλεπα γύρω μου έμοιαζαν μ' όλες τις γυναίκες του αραβικού κόσμου: ζώα για ζέψιμο. Κατάλαβα πόσο εύθραστες είμαστε οι γυναίκες, παλεύουμε να γίνουμε φίρμες, γιατροί, διασημότητες, αλλά στο παραμικρό λάθος η γυναίκα ξαναγίνεται γυναίκα, ένα υποζύγιο που το αλυσοδένουμε όπως μας γουστάρει..."  


Μου έκανε μεγάλη εντύπωση η ιδιότυπη γλώσσα του κειμένου - ανυπότακτη στην ροή της, αυθάδης στις λέξεις της, προκλητική. Είναι γι' αυτό εύστοχη και σοκαριστική, όπως ακριβώς κι ένα ντοκιμαντέρ. Ιδίως οι σελίδες όπου η Νταρίνα αφηγείται το τελευταίο σκαλοπάτι της κατάβασής της στον Άδη: η μητέρα της και οι αδερφές της την κλείνουν στο μονατήρι του Σταυρού, ένα ίδρυμα για τρελές γυναίκες στην Τζουνίγια με το αιτιολογικό ότι παραφέρεται. Θα την αφήσουν μάλιστα περισσότερο από όσο συστήνουν οι γιατροί καθώς η μητέρα της, διάσημη εκφωνήτρια του Λιβανικού ραδιοφώνου, δεν διαθέτει τα απαραίτητα χρήματα για το εξιτήριο. Ειδικά αυτή η φάση της ζωής της, θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν κι ένα work in progress της Αμπράμοβιτς - ένα αγρίμι,  όπως ήταν τότε η Νταρίνα,  σε καταστολή με φάρμακα κι ενέσεις, να αντιστέκεται. Όσο είναι έγκλειστη διατηρεί την διαύγεια του νου της μα συμμορφώνεται με τους εσωτερικούς κανόνες του ιδρύματος για να μην υποστεί βαρύτερη θεραπεία ενώ ταυτόχρονα καταγράφει στην μνήμη της όλα όσα συνέβαιναν με τις άλλες έγκλειστες. Κάποια στιγμή, με την βοήθεια ενός παλιού φίλου της, που επέμενε να τον ξεπληρώσει σε είδος, θα βρει τα $7.000 που χρειάζονται για να πάρει το εξιτήριο και την ίδια μέρα δραπετεύει στην Ευρώπη. Στο Παρίσι όπου, τελικά, καταφεύγει, "στο Παρίσι που δεν θα το εγκαταλείψω ποτέ", θα πλησιάσει τον Μοχάμεντ Κασίμι, θεατρικό σκηνοθέτη και συν-συγγραφέα του βιβλίου, και θα του παραδώσει ένα χειρόγραφο. Εκείνος θα το διαβάσει το ίδιο βράδυ και τα υπόλοιπα (περιπετειώδη επίσης, αν και σε πολύ μικρότερο βαθμό) είναι ήδη -θεατρική και λογοτεχνική- ιστορία.
 


Ο φεμινισμός, ο πόλεμος, το ψυχικό τραύμα είναι τα θέματα που προβάλλονται σε τούτο το μικρό σε μέγεθος βιβλίο. Ωστόσο, θεωρώ πως είναι πρόσφορο έδαφος και για άλλα -μικρά και μεγάλα- θέματα εξίσου σημαντικά για την ανθρώπινη ύπαρξη που μπορεί να ανιχνεύσει κανείς στα 21 κεφάλαιά του. Ό,τι και να πω, ωστόσο, θα είναι λίγο - η αφήγηση της Αλ Τζουντί είναι τόσο συμπυκνωμένη, τεθλασμένη και σκληρή όσο σπιντάτη, απελευθερωμένη και ασύδοτη ήταν και η αναζήτηση της ισορροπίας της με τον κόσμο. Γι'αυτό η μόλις 159 σελίδων σπουδή ζωής, που θα έλεγε κι ο Κωστής Παπαγιώργης, διαβάζεται -χωρίς υπερβολή-  απνευστί. 







Σημειώσεις: Το πρώτο εικαστικό είναι λεπτομέρεια της "Τελευταίας Κρίσης" του Michelangelo  όπου αποδίδεται η μάχη μεταξύ των αγγέλων και των κολασμένων. Ο πίνακας "Seascape with Rain Cloud" του John Constable είναι αντιπροσωπευτικό της διάσημης "γρήγορης" τέχνης του - σκίτσα λαδιού που συνήθως έκανε στην ύπαιθρο για να απεικονίσει τον ουρανό κάτω από τις διάφορες καιρικές συνθήκες και τα οποία στην συνέχεια χρησιμοποιούσε ως βάση για τις τοπιογραφίες του. Στην φωτογραφία εικονίζεται η ηθοποιός και συγγραφέας σε σκηνή από την ομώνυμη θεατρική παράσταση που ανέβηκε στη σκηνή του Chapelle Sainte Claire στα πλαίσια του Φεστιβάλ της Αβινιόν 2007. Μπορείτε να δείτε ένα τρέιλερ της παράστασης στην αγγλόφωνη εκδοχή του εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια: